Στο διάστημα που μεσολάβησε από τον μίνι πόλεμο στον Καύκασο ενισχύθηκαν οι φωνές που ζητούσαν ένα συνολικό επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Δύσης - Ρωσίας, επιδιώκοντας την απομόνωση της Μόσχας ως αντίποινα και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η δήθεν δυνητική ρωσική απειλή.

Πιστεύω, εντούτοις, πως ο προτεινόμενος αποκλεισμός της Ρωσίας συνιστά ανεύθυνη πολιτική πρόταση, η οποία όχι μόνο αγνοεί την αλληλοεξάρτηση των δύο πλευρών σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αλλά θα έχει και τα ακριβώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα: θα οδηγήσει στην περιθωριοποίηση των μετριοπαθών κύκλων εντός της χώρας, ενώ η ενδυνάμωση των αντίστοιχων εθνικιστικών πιθανότατα θα στρέψει τη Μόσχα είτε προς την Κίνα είτε και προς καθεστώτα (Ιράν) που έχουν ανατρεπτικές τάσεις ως προς το παγκόσμιο status quo. Σε αυτήν την περίπτωση η Ρωσία θα καταστεί απρόβλεπτη, δεδομένου ότι θα αποδεσμευθεί από την υποχρεωτική επίδειξη υπεύθυνης στάσης προς χάρη διατήρησης των δεσμών με τη Δύση.

Οφείλουμε, λοιπόν, αντί να επιχειρούμε να φέρουμε τη Ρωσία στα δικά μας μέτρα και σταθμά, να δημιουργήσουμε τις βάσεις για μια αποδοτική σχέση με αυτήν. Το εν λόγω κράτος δεν αποτελεί κομμάτι της Δύσης, ούτε είναι ευθυγραμμισμένο με τον δυτικό κόσμο και τον τρόπο σκέψης του· έχει άλλες ιστορικές αναφορές και συνεπώς δεν πρόκειται να καταστεί απόλυτα πιστός ή υπάκουος σύμμαχος της Δύσης, όπως άλλωστε ούτε η Κίνα ή η Ινδία. Αυτό, βέβαια, όπως και η ενεργειακή εξάρτηση ορισμένων κρατών της Ε.Ε. δεν σημαίνουν συγχωροχάρτι για τις ενέργειες της Μόσχας, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα σταλεί το λάθος μήνυμα: ότι θα μπορεί να δρα πέρα από κανόνες και διεθνείς συμφωνίες.

Το Κρεμλίνο πρωτίστως επιδιώκει την κατοχύρωση του δικαιώματος ανάπτυξης μιας ανεξάρτητης φωνής, τον σεβασμό των εταίρων του, αλλά συνάμα και τον επανακαθορισμό της σχέσης τους στη βάση των νέων αναδυόμενων πραγματικοτήτων – π.χ. ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις με σαφείς διαθέσεις αναθεώρησης της υπάρχουσας κατάστασης. Πάντως, η σωφροσύνη της ρωσικής ηγεσίας σε σχέση με τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων και τη χρησιμοποίηση της ενέργειας για γεωπολιτικούς σκοπούς είναι απαραίτητη, η δε χρησιμότητα της Μόσχας για τη διευθέτηση διεθνών κρίσεων (πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, πόλεμος εναντίον της παγκόσμιας τρομοκρατίας, Μεσανατολικό) αδιαμφισβήτητη. Από την άλλη, τόσο ο εκσυγχρονισμός της ρωσικής οικονομίας όσο και ο ενεργειακός κλάδος χρειάζονται επενδύσεις και τεχνογνωσία προερχόμενες από τη Δύση, ενώ σε περίπτωση απομάκρυνσης από τους διεθνείς, κυρίως οικονομικούς θεσμούς που ελέγχονται από την τελευταία, ο αντίκτυπος για τη Μόσχα θα ήταν ιδιαίτερα αρνητικός. Ολα αυτά συνεπάγονται πολυεπίπεδη αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο πλευρών, με συνέπεια να κρίνεται επιτακτική η επιστροφή στον διάλογο και τη διαβούλευση αντί κινήσεων που εντείνουν το κλίμα καχυποψίας. Κατόπιν, η σταδιακή οικοδόμηση κοινά αποδεκτών κανόνων παιχνιδού θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα λειτουργικό συμβιβασμό, που είναι άλλωστε επιβεβλημένος, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ασφαλέστερο διεθνές περιβάλλον.

* Ο Δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι συνεργάτης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και επικεφαλής του Κέντρου Ρωσίας και Ευρασίας (ΚΕΡΕ) του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.