Βρέθηκα πρόσφατα στο Βιετνάμ συνοδεύοντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην επίσημη επίσκεψή του. Ήταν η πρώτη φορά που ο Έλληνας Πρόεδρος επισκέπτεται αυτή τη χώρα. Οι σχέσεις μας με το Βιετνάμ είναι σε άριστο επίπεδο, το 2007 άνοιξε Πρεσβεία στο Ανόι και ο πρωθυπουργός  έχει ήδη πραγματοποιήσει μια επίσκεψη, καθώς και ο πρόεδρος του Βιετνάμ έχει βρεθεί ήδη στην Αθήνα. Όλη αυτή η κινητικότητα στο πολιτικό επίπεδο δεν συμβαδίζει με τις υπόλοιπες σχέσεις με τη χώρα. Δεν υπάρχει τουριστικό ρεύμα και προς τις δύο μεριές, ενώ οι εμπορικές συναλλαγές, αν και αυξημένες τελευταία, δεν έχουν ιδιαίτερη ένταση.

 

Παρ’ όλα αυτά, το Βιετνάμ μπορεί να αποτελέσει μία χώρα με ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η περιοχή της ΝΑ Ασίας είναι μακριά από την σφαίρα επιρροής της ελληνικής οικονομίας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν είχαν την απαιτούμενη δύναμη και εμπειρία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, όταν γιγαντώθηκαν οι οικονομικές τίγρεις της Ανατολής. Η Κίνα που άνοιξε αργότερα είναι μεγάλη, δύσκολη, πολύπλοκη και ο ανταγωνισμός σε κεφάλαιο και τεχνολογίες αδυσώπητος για τις ελληνικές εταιρίες που θέλουν να δράσουν εκεί. Η δε εσωτερική μας αγορά εξαιρετικά περιορισμένη για να αναληφθεί ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα. Τέλος, ακόμα και οι παραδοσιακοί τουριστικοί προορισμοί της Ασίας είναι πολύ αναπτυγμένοι ήδη για τις έμπειρες ελληνικές τουριστικές επιχειρήσεις.

 

Σ’ αυτό το σκηνικό το Βιετνάμ αναδεικνύεται ως μία ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί. Η πολιτική σταθερότητα του καθεστώτος, η προσήλωσή του στον οικονομικό φιλελευθερισμό, η δίψα που επιδεικνύει για ξένες επενδύσεις και οι άριστες σχέσεις με τη χώρα μας αποτελούν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία η Ελλάδα να βρεθεί στην ΝΑ Ασία. Η ευκαιρία αυτή δε θα είναι για πάντα διαθέσιμη. Ο ρυθμός της ανάπτυξής του της τάξεως του 8% ετησίως και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι ιλιγγιώδης. Μόνο το 2007 το Βιετνάμ προσέλκυσε 60 δισ. δολ., ενώ για το πρώτο 8μηνο του 2008, παρ’ όλη την οικονομική κρίση το ποσό ξεπερνά τα 80 δισ. δολ. Σήμερα η κυβέρνηση προχωρά σ’ ένα πλάνο αποκρατικοποιήσεων και παραχωρεί σημαντικά μειοψηφικά πακέτα σε ελκυστικές τιμές. Στην αγορά βρίσκεται το 40% των μετοχών των τριών μεγαλυτέρων κρατικών τραπεζών. Αν κρίνουμε από τις ανάλογες εμπειρίες στην Ελλάδα, οι ξένοι που αγόρασαν μειοψηφικά πακέτα όταν αυτά προσφέρθηκαν βρέθηκαν σε μερικά χρόνια με την πλειοψηφία των μετοχών και τον έλεγχο των τραπεζών (π.χ. Εμπορική).

 

Επίσης, ευκαιρίες παρουσιάζονται στην τυποποίηση αγροτικών προϊόντων, στις ιχθυοκαλλιέργειες, την ξυλεία και την κατασκευή επίπλων κ.α. Στις μεγάλες προκλήσεις για επενδύσεις περιλαμβάνονται τα καύσιμα (ιδιαίτερα η δημιουργία αγωγών πετρελαίου), το off shore drilling, καθώς και ευκαιρίες στη ναυπηγική βιομηχανία και τα λιμάνια. Οι οικονομικές σχέσεις του Βιετνάμ με πρώην εχθρούς αλλά και την Ε.Ε. είναι εξαιρετικές. Με τις Η.Π.Α. οι σχέσεις έχουν εξομαλυνθεί σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνει δεκτός ο πρόεδρος του Βιετνάμ στην Ουάσιγκτον ενώ με την Κίνα έχουν αναπτύξει σημαντικό εμπόριο. Σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Εμπορίου και Επενδύσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, το Βιετνάμ κατατάσσεται πρώτο σε ελκυστικότητα επενδύσεων ανάμεσα στις αναδυόμενες αγορές.

 

Η κυβέρνηση ελέγχει όλη τη γη, με αποτέλεσμα να είναι εύκολη η απόκτηση της γης που χρειάζεται μια επιχείρηση. Η γη παραχωρείται για 30 έως και 50 χρόνια και η παραχώρηση περιλαμβάνει την άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας. Η φορολογία των κερδών ύψους 10% μπορεί και να μειωθεί για χρονική περίοδο μετά από απόφαση της κυβέρνησης. Βέβαια, η μη πραγματοποίηση της υπεσχημένης επένδυσης σημαίνει άμεση ανάκληση των δικαιωμάτων που έχουν παραχωρηθεί. Ένα ακόμη ενθαρρυντικό στοιχείο για τη δημιουργία οποιασδήποτε επένδυσης είναι τα δημογραφικά στοιχεία. Το Βιετνάμ είναι από τις νεότερες χώρες στον πλανήτη. Τα 65 απ’ τα 85 εκατ. κατοίκων είναι κάτω των 30 χρονών. Με ανύπαρκτο αναλφαβητισμό και αυξανόμενη αστυφιλία αλλά και τη δημιουργία μιας μέσης τάξης που αριθμεί ήδη 6 έως 8 εκατ. καταλαβαίνει κανείς τη δυναμική που έχει η αγορά αυτή.

 

Στα αρνητικά συγκαταλέγονται η μεγάλη διαφθορά παρά τις κυβερνητικές προσπάθειες καταπολέμησής της. Η ελευθερία στην ενημέρωση είναι ανύπαρκτη, ενώ υπάρχουν και σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας. Τέλος, οι αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις στο νόμισμα αντιμετωπίζονται με τη χρήση του δολαρίου στις συναλλαγές. Το Βιετνάμ δεν αποτελεί το χαμένο όνειρο των αντιαμερικάνων του 1960 και 1970. Οι πληγές του πολέμου έχουν επουλωθεί και το Κομμουνιστικό Κόμμα ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για την ανάπτυξη του μέλλοντος παρά για την καλλιέργεια του μίσους του παρελθόντος. Άλλωστε, οι Βιετναμέζοι απέδειξαν ότι μπορούν να νικούν τους ισχυρούς τους αντιπάλους και μετά να συνεργάζονται με αυτούς για την πρόοδό τους. Εμείς που αναπτύσσουμε μια έντονη φιλία με το λαό του Βιετνάμ μπορούμε να επωφεληθούμε και να βοηθήσουμε. Η συμμετοχή μας σήμερα στην οικονομική ανάπτυξη του Βιετνάμ μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για το μέλλον.