Ομιλία ΥΦΥΠΕΞ κ. Μ. Βαρβιτσιώτη στην ημερίδα του Ελληνικoύ Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών (ΕΚΕΜ) για τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις

 

Κυρίες και κύριοι,

Οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι, ως γνωστόν, πολύπλευρες με την έννοια ότι μια σειρά παραγόντων, όπως πολιτικοί, οικονομικοί, στρατιωτικοί, κοινωνικοί, αλλά και πολιτιστικοί τις αλληλοεπηρεάζουν.  Άλλοτε επιδρούν κατά τρόπο ικανοποιητικό, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις, κατά τρόπο λιγότερο ικανοποιητικό στην προώθησή τους. 

Κατά την παρούσα συγκυρία, οι σχέσεις αυτές αντιμετωπίζουν αρκετές προκλήσεις. Πρόθεση μου είναι απόψε να κάνω μια σύντομη αναφορά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οικονομικές και εμπορικές μας σχέσεις, υπό το φως των διεθνών εξελίξεων. Η παγκόσμια οικονομική κρίση επηρεάζει αναμφισβήτητα τις σχέσεις μας. Η ενταξιακή προοπτική της γείτονος, καθώς και η πορεία των σχετικών διαπραγματεύσεων, αποτελεί μια ακόμη πρόκληση. Οι πολιτικές μας σχέσεις έχουν άμεση επίδραση στις οικονομικές και στις προοπτικές τους. Η πρόσφατη ένταση που δημιουργήθηκε στις διμερείς πολιτικές σχέσεις, με αφορμή την πάγια αμφισβήτηση από τις Τουρκικές αρχές των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο, δεν μπορεί παρά να επηρεάσει κατά τρόπο αρνητικό τις προοπτικές των οικονομικών και εμπορικών μας σχέσεων. Οι επιχειρηματίες μας δεν αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ευρύτερους παράγοντες, όπως η ασφάλεια και η σταθερότητα στην περιοχή.

Έτσι, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι η ανάπτυξη των διμερών οικονομικών μας σχέσεων, η οποία προωθήθηκε με την υιοθέτηση του σχετικού νομικού πλαισίου και στην συνέχεια με την εφαρμογή μιας σειράς διμερών συμφωνιών, για την οικονομική συνεργασία, τον τουρισμό, τις μεταφορές κ.α. έλαβε χώρα κατά μιαν περίοδο, η οποία χαρακτηρίσθηκε από την βελτίωση του κλίματος των διμερών σχέσεων, χωρίς βεβαίως να μπορούμε να ομιλούμε για εξομάλυνση των σχέσεων. Παράλληλα, την ίδια εποχή αυτή αναδείχθηκε μια νέα πολιτική δύναμη στην γείτονα, η οποία είχε θέσει ως πρωταρχικό στόχο την ταχεία ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την επίτευξη του στόχου αυτού είχε μάλιστα ξεκινήσει ένα γενναίο πρόγραμμα εσωτερικών μεταρρυθμίσεων που κάλυπταν το σύνολο του πολιτικού, κοινωνικού, αλλά και οικονομικού φάσματος. Δυστυχώς αυτό το κλίμα της προώθησης των μεταρρυθμίσεων έχει ανακόψει τον δυναμισμό του.

Παρόλα αυτά, υπό το φως του κλίματος που είχε δημιουργηθεί, αναπτύχθηκε το ιδιαίτερο επενδυτικό ενδιαφέρον που έχουν επιδείξει οι ελληνικές επιχειρήσεις για την αγορά της Τουρκίας, σε τομείς όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ο τουρισμός, οι γεωργικές εφαρμογές κ.α.

Ο συνολικός αριθμός των εταιριών ελληνικών συμφερόντων στην Τουρκία, με επιβεβαιωμένη ενεργή παρουσία, ανέρχεται σε 35. Ειδικότερα, στον τραπεζικό τομέα θα πρέπει να αναφερθούμε στην επένδυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας στη Finansabank, αλλά και στην επένδυση της Eurobank στην Tekfensbank.

Παράλληλα, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα Χρηματιστήρια Αθηνών και Κωνσταντινούπολης βρίσκονται στο τελικό στάδιο σύναψης συμφωνίας για την σύσταση, από κοινού, χρηματιστηριακού δείκτη, ο οποίος θα περιλαμβάνει τις 15 μεγαλύτερες σε κεφαλαιοποίηση εισηγμένες επιχειρήσεις από τις δύο χώρες.

Θα ήθελα, στο σημείο αυτό να εκφράσω την πεποίθησή μου ότι οι επιχειρήσεις των χωρών μας μπορούν να προχωρήσουν και σε εξελιγμένες μορφές συνεργασίας, όπως την από κοινού ανάληψη έργων σε αγορές τρίτων χωρών, όπως επί παραδείγματι σε χώρες της Μεσογείου. Η Ένωση για την Μεσόγειο, καθώς και η προβλεπόμενη εγκαθίδρυση μιας ζώνης ελευθέρων συναλλαγών ενθαρρύνουν νέες μορφές συνεργασίας.

Όπως γίνεται σαφές, οι οικονομικές σχέσεις μας με την Τουρκία έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και έχουν αποκτήσει την δική τους δυναμική, η οποία σε ένα βαθμό ενδεχομένως να μπορεί να επηρεάσει και τις ευρύτερες σχέσεις. Πάντως, τα επιτεύγματα αυτά είναι δυστυχώς αναστρέψιμα και τούτο διότι οι εμπλεκόμενες χώρες διαθέτουν τρόπους που τους επιτρέπουν να περιορίσουν την αύξηση του διμερούς εμπορίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα διάφορα εμπόδια, τα οποία παρουσιάζονται, κατά περίπτωση, στις ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία.

Προτού ολοκληρώσω, επιτρέψτε μου να κάνω ειδική μνεία σε δύο τομείς των διμερών μας οικονομικών σχέσεων, οι οποίοι παίζουν και αναμένεται να παίξουν ακόμα σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη των σχέσεων αυτών. Οι τομείς αυτοί είναι ο τουρισμός και η ενέργεια.

Οι προοπτικές για την ανάπτυξη του τουρισμού και της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών σε ένα τομέα πρωταρχικής σημασίας για αμφότερες τις χώρες, είναι μεγάλες, αρκεί να τεθούν οι σωστές βάσεις. Μια από αυτές τις θεμελιώδεις βάσεις, είναι και η βελτίωση της ακτοπλοϊκής και της αεροπορικής σύνδεσης μεταξύ των δύο χωρών. Για την επίτευξη της χρειάζεται βεβαίως το ανάλογο επιχειρηματικό ενδιαφέρον, αλλά και να καταβληθούν προσπάθειες από αμφότερες τις χώρες για την άρση τυχόν κωλυμάτων που υφίστανται. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται αναγκαία η θετική στάση εκ μέρους της Τουρκίας.

Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας και την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών και διαύλων μεταφοράς ενέργειας. Ο ρόλος της Τουρκίας σαφώς αναβαθμίσθηκε, αλλά παράλληλα δημιούργησε νέα δεδομένα και νέες υποχρεώσεις για την γείτονα χώρα. Ο τρόπος με τον οποίον η Τουρκία θα διαχειρισθεί τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη θα συμβάλει κατά τρόπο σημαντικό, στην αξιολόγηση της χώρας ως παράγοντα σταθερότητας ή αστάθειας στην περιοχή. Επισημαίνω ότι δύο από τα σημαντικότερα έργα για την μεταφορά φυσικού αερίου, ήτοι ο αγωγός Nabucco  και ο αγωγός TGI (Turkey-Greece Interconnector) οι οποίοι διασχίζουν το Τουρκικό έδαφος.

Η βιωσιμότητα των έργων αυτών σε μακροχρόνια προοπτική εξαρτάται εν πολλοίς και από την στάση της γείτονος. Εκφράζω την ευχή, όπως η Τουρκία αντιμετωπίσει το εν λόγω ζήτημα με πλήρες αίσθημα ευθύνης. Εμείς θέλουμε να συνεργαστούμε για την επίτευξη συμφωνίας που θα εξασφαλίζει: πρώτον την συμμετοχή της χώρας στα ενεργειακά δίκτυα, δεύτερον τον απρόσκοπτο εφοδιασμό της Ευρώπης με φυσικό αέριο και τρίτον την οικονομική βιωσιμότητα των εγχειρημάτων. 

Κλείνοντας, θα ήθελα να επανέλθω στην αρχή της παρέμβασή μου, όταν επεσήμανα ότι η ανάπτυξη των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων επηρεάζει ευνοϊκά όλα τα επίπεδα της διμερούς συνεργασίας. Όπως ανέφερα, το επιχείρημα αυτό μπορεί να αντιστραφεί, καθώς οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών επηρεάζουν επίσης σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές σχέσεις. Η επιδείνωση του κλίματος στις σχέσεις των δύο χωρών, έχει ευρύτατες οικονομικές επιπτώσεις, καθιστώντας τους οικονομικούς παράγοντες περισσότερο διστακτικούς. Το στοιχείο αυτό δεν θα πρέπει να παραβλέπεται. Το μέγεθος των εμπορικών συναλλαγών είναι ιδιαίτερα σημαντικό και οι οποιεσδήποτε αναταράξεις στο πολιτικό πεδίο, στον βαθμό τον οποίον αποκτούν μια δυναμική, θα έχουν επιπτώσεις οικονομικές και μάλιστα όχι αμελητέες.

Τέλος, μια λέξη για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Τα πολιτικά οφέλη από την πλήρη εναρμόνιση της Τουρκίας με τους θεμελιώδεις κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι λίγο πολύ γνωστά. Δεν θα πρέπει όμως να παραβλέπουμε τα οικονομικά οφέλη. Για τον λόγο αυτόν, καθίσταται ακόμα περισσότερο επιτακτική η πραγματική εναρμόνιση της Τουρκίας με το Ευρωπαϊκό δίκαιο και τα κριτήρια της ΕΕ γενικότερα.

 

Σας ευχαριστώ πολύ.