Η «καραμανλική σχολή» δεν είναι κτίριο, δεν είναι πινακίδα, δεν είναι μια αόριστη αναφορά σε συγκεκριμένο κύκλο προσώπων.
Είναι στάση ζωής.
Η στάση ζωής «ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια» γίνεται ορατή και από μακριά, ακόμα και με την εκκωφαντική της σιωπή ή τους επιλεγμένους κεραυνούς της, ανεξάρτητα από την ένταση της καταιγίδας τη συγκεκριμένη ώρα των κεραυνών.
Αυτά είναι τα πολιτικά και ηθικά υλικά που δομούν τη «σχολή» του καθήκοντος και της δημιουργίας. Ιδρυτής αυτής της σχολής είναι ο εθνάρχης Κ. Καραμανλής, που έκανε «κρότο», ακόμα και όταν κόντρα σε όλους τους πειρασμούς και σε όλες τις συμβουλές επέλεγε την εκκωφαντική σιωπή ή τη διακριτική παρέμβαση ανάλογα με το εθνικό συμφέρον πρωτίστως και το κομματικό συμφέρον σε δεύτερη και πολύ μακρινή μοίρα.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η προσωπικότητα που θεωρείται κατά το μάλλον ή ήττον η συνέχεια της «καραμανλικής» αυτής σχολής είναι ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης. Και όσοι μπορεί να διατηρούσαν επιφυλάξεις, αν «εις μικρόν φανούν γενναίοι», μπορούν να συμφωνήσουν ότι μόνο γνήσιος διάδοχος της «καραμανλικής σχολής» θα μπορούσε να έχει την πέρα για πέρα αξιοπρεπή στάση του Γιάννη Βαρβιτσιώτη, όταν «αυτοεξορίστηκε» στην Ευρώπη ως επικεφαλής των Ευρωβουλευτών της Νέας Δημοκρατίας. Ήταν συνολικά ευπρεπέστατη η στάση του και κατά την παράδοση της σκυτάλης στη Μαριέττα Γιαννάκου, δηλαδή σε ένα μέγεθος, το οποίο σε σύγκριση μαζί του είναι η μέρα με τη νύχτα. Οι σκέψεις αυτές κυριάρχησαν στο μυαλό μας, κατά τη διαδικασία της μακράς συνέντευξης που μας παραχώρησε ο υφυπουργός Εξωτερικών Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ο πρωτότοκος γιος και διάδοχος στην πολιτική σκηνή του Γιάννη Βαρβιτσιώτη.
Εκτιμώντας τη στερεότητα του λόγου του στη συνέντευξη αυτή, αναλογιστήκαμε αμέσως πόσο μακριά στέκεται εδώ και πολύ καιρό απ’ αυτό ο πρωθυπουργός, γνήσιος και αδιαμφισβήτητος κληρονόμος-εκφραστής της «Καραμανλικής σχολής» ονόμασε «Κολοσσαίο».
Οι αναγνώστες μας γνωρίζουν ήδη ότι όχι μόνο δε θα είχαμε ενδοιασμούς, αλλά αντίθετα θα είχαμε κάθε διάθεση να επιτεθούμε με σφοδρότητα στον κο Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, υπηρετώντας πιστά την άποψή μας ότι οι «κληρονόμοι» της πολιτικής πρέπει να «κληρονομούν» μόνο αν μπορούν να σταθούν όρθιοι στην πολιτική σκηνή. Να υπάρχει ένας Βαρβιτσιώτης κάθε φορά στη Βουλή ναι, αλλά μόνο αν το αξίζει και μόνο αν αποδεικνύει τη αξία του.
Το γεγονός ότι ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης αντέχει γερά και κρατάει στις πρώτες θέσεις της ανθρωποφάγου Β’ Αθηνών είναι ένα ασφαλές κριτήριο. Κι άλλοι πολιτικοί και υπουργοί κλπ. Είχαν γιούς και κόρες αλλά το όνομά τους, αλλά το όνομά μόνο δεν έφτασε για να επιβιώσουν.
Όμως η μεγάλη δοκιμασία της πολιτικής σκηνής αυτούς τους δύσκολους καιρούς είναι, κατά τη γνώμη μας, το ασφαλέστερο κριτήριο.
Ως γνήσιο «τέκνο» της «καραμανλικής σχολής» ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης κατάφερε να μείνει έξω από το «Κολοσσαίο» και η πορεία του από τη στιγμή που μπήκε στην πολιτική αρένα να είναι συνεχώς ανοδική. Είχαμε τα γνωστά ερωτηματικά «κληρονομικής φύσης», όταν εισήλθε στην πολιτική., δεν έχουμε κανένα σήμερα. Η ευπρεπής και απολύτως θετική στάση του πατέρα του στα πολύ δύσκολα που ακολούθησαν μετά το 1996-97 είναι χαρακτηριστική και του διαδόχου του., στον οποίο, όπως θα δείτε, όχι μόνο δε χαριστήκαμε σε ερωτήσεις, αλλά μάλλον φανήκαμε περισσότερο από όσο επιτρέπουν τα όρια επιθετικοί. Οι απαντήσεις του είναι «καραμανλικές». Δηλαδή πολιτικά ευπρεπείς αλλά όχι ελλειμματικές. Και όταν ομιλεί για το ΠΑΣΟΚ και τα καλά και τα άσχημά του και όταν ομιλεί για συγκεκριμένα πρόσωπα. Και όταν ομιλεί για τα ακανθώδη εξωτερικά προβλήματα τα οποία (συν)διαχειρίζεται και όταν ομιλεί για την αθλιότητα που έμεινε γνωστή ως «Ιστορία της κας Ρεπούση»… Και όταν χρειάζεται να περπατήσει πάνω στο τεντωμένο σχοινί μεταξύ του πολιτικού , του εθνικού και του κομματικού συμφέροντος σε ερωτήματα για τις εκλογές και τα σκάνδαλα, για τα ελληνοτουρκικά και τα Σκόπια, για τις υποθέσεις όπως το Βατοπέδι και ο Παυλίδης.