Η μετανάστευση δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο, αλλά απαντάται με αυξομειούμενη ένταση σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Αυτό που έχει σήμερα αλλάξει είναι οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών της Δύσης και των αναπτυσσόμενων χωρών, από τις οποίες κατά τεκμήριο προέρχονται οι μετανάστες. Είναι τα τεράστια προβλήματα για τις στοιχειώδεις ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης, οι συγκρούσεις και η έλλειψη ασφάλειας, που έχουν δημιουργήσει αυτό το πρωτοφανές μεταναστευτικό ρεύμα.

Μια κρίσιμη παράμετρος σε σχέση με το τι συνέβαινε παλαιότερα αφορά την τεχνολογία της επικοινωνίας που δίνει στους μετανάστες τη δυνατότητα να διατηρούν την επαφή τους με την αρχική τους πατρίδα και με την ιδιαίτερη πολιτιστική τους αναφορά, καθιστώντας προβληματική και περιπλέκοντας την αφομοίωσή τους, με ένα τρόπο που δεν συνέβαινε στο παρελθόν.

Η αθρόα και παράνομη μετανάστευση αποτελεί ένα κρίσιμο πρόβλημα της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Καταρχήν, η ίδια η παγκοσμιοποίηση αφορά την ταχύτερη και πυκνότερη μετακίνηση αγαθών, κεφαλαίων, ιδεών και βέβαια ανθρώπων. Η μετανάστευση προκαλεί αντιδράσεις στον τοπικό πληθυσμό γιατί “ενσωματώνει” και “προσωποποιεί” τις αλλαγές που φέρνει η παγκοσμιοποίηση. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι πια αφηρημένες, αλλά καθίστανται απτές και συγκεκριμένες με την άφιξη και τη συνύπαρξη με αλλοεθνείς πληθυσμούς (με άλλο χρώμα, θρησκεία, γλώσσα και κουλτούρα).

Για τις Ευρωπαϊκές κοινωνίες το πρόβλημα της μετανάστευσης περιπλέκεται από την παράδοση τους στο έθνος-κράτος και την υπογεννητικότητα, που παρατηρείται στις κοινωνίες αυτές.

Ο τόπος μας, λόγω των περιορισμένων πλουτοπαραγωγικών του πόρων, υπήρξε παραδοσιακά εξαγωγέας και όχι εισαγωγέας μεταναστών. Έτσι, δημιουργήθηκε η μεγάλη Ελληνική διασπορά στο εξωτερικό για της οποίας τα επιτεύγματά είμαστε περήφανοι και από την οποία ο Ελληνισμός αντλεί ακόμα και σήμερα δύναμη.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι Έλληνες σταμάτησαν να μεταναστεύουν, παρά μόνο σε πολύ περιορισμένους αριθμούς και για εξαιρετικούς λόγους, και από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και του παραπετάσματος που χώριζε την Ευρώπη, η χώρα μας έγινε υποδοχέας μεταναστών.

Αυτό αποτελεί απόδειξη, και έτσι πρέπει να γίνεται κατανοητό, της ιστορικής επιτυχίας της Ελλάδας, η οποία χάρη στην μεταπολεμική της στρατηγική, όπως σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε κυρίως από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, κατέστη η πλουσιότερη και ισχυρότερη χώρα της ευρύτερης περιοχής της. Η εισροή οικονομικών μεταναστών είναι φαινόμενο που παρατηρείται στις πλούσιες και πετυχημένες κοινωνίες. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο αντιμετωπίζουμε και εμείς σήμερα το πρόβλημα που αντιμετώπισαν πριν από μερικά χρόνια οι υπόλοιποι Δυτικοευρωπαίοι εταίροι μας.

Μέχρι πρόσφατα, η κύρια πηγή μετανάστευσης προς τη χώρα μας ήταν η γειτονική Αλβανία καθώς και οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι Αλβανοί μετανάστες συνεχίζουν να αποτελούν με διαφορά το μεγαλύτερο μέρος των αλλοεθνών που κατοικούν στην Ελλάδα και ο αριθμός τους ξεπερνά το μισό εκατομμύριο. Ωστόσο, σήμερα η εισροή αφορά πληθυσμούς από μακρινές χώρες, όπως το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, με τελείως διαφορετική κουλτούρα και άρα με μειωμένη δυνατότητα προσαρμογής και αφομοίωσης.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών περίπου 500.000 διαθέτουν άδεια εν ισχύ, ενώ περίπου 100.000 βρίσκονται σε διαδικασία διεκπεραίωσης της υπόθεσής τους. Οι μη νόμιμοι μετανάστες από την άλλη, υπολογίζονται σε 250.000. Συνεπώς στην Ελλάδα βρίσκονται περίπου 850.000 έως 900.000 άτομα, αριθμός που αντιστοιχεί στο 9% του πληθυσμού της χώρας.
Είναι αλήθεια ότι η Ελληνική κοινωνία έχει επιδείξει σημαντικές δυνατότητες απορρόφησης ξένων μεταναστών χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Έτσι, σε αντίθεση με πολλές Δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, όπου οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες και προκάλεσαν ρατσιστικά φαινόμενα, η Ελλάδα, παρά τις κατά καιρούς κραυγές περί του αντιθέτου, προσαρμόστηκε στη νέα πραγματικότητα.

Ήδη τα παιδιά πολλών μεταναστών έχουν πάει σε Ελληνικά σχολεία και αισθάνονται Έλληνες με έναν τρόπο που εκπλήσσει τόσο τους γονείς τους όσο και τους δασκάλους τους. Αυτό δείχνει τη δύναμη της Ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού μας αλλά και της Ελληνικής κοινωνίας εν γένει στη δυνατότητά της να απορροφά και να “εξελλινίζει” τους ξένους.

Πρέπει να τονισθεί ότι η είσοδος των μεταναστών μετά το 1991 διεύρυνε την Ελληνική αγορά, συγκράτησε το κόστος παραγωγής και μείωσε τον ηλικιακό μέσο όρο της Ελληνικής κοινωνίας, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη της τελευταίας δεκαπενταετίας. Σταδιακά η εισροή δεν κοστίζει μόνο στο δημόσιο ταμείο μέσω της αύξησης της κοινωνικής δαπάνης, αλλά συμβάλλει και στα δημόσια έσοδα αλλά και στην ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλισης, συγκρατώντας προς τα πάνω τη σχέση εργαζόμενων-συνταξιούχων.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι η δυνατότητα της Ελληνικής κοινωνίας να αντέξει τη μεταναστευτική πίεση είναι ανεξάντλητη. Το αντίθετο μάλιστα. Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα ποσοστό κατοίκων γεννημένων στην αλλοδαπή συγκρίσιμο με τον Ευρωπαϊκό και Αμερικανικό μέσο όρο, κοντά στο 10%. Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια γίναμε όσο “μεταναστευτική” κοινωνία είναι η Αμερικανική. Αυτό αποτελεί μια τεράστια, και συχνά επώδυνη, αλλαγή που μας αναγκάζει να ξαναδούμε με προσοχή τις δομές και τις πολιτικές μας σε πολλά επίπεδα και κυρίως στην εκπαίδευση.

Τα τελευταία δύο χρόνια είναι σωστό και δίκαιο να μιλάμε για μεταναστευτική κρίση και έκρηξη. Σήμερα που μιλάμε οι παράνομοι μετανάστες στη χώρα μας έφτασαν τις 250,000 και ίσως παραπάνω αφού οι παράνομοι δεν καταγράφονται. Είναι προφανές ότι η πίεση καθίσταται ανυπόφορη για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, αλλά και για το σύνολο της χώρας.

Οι ροές αυτές έχουν να κάνουν με την επιδείνωση της κατάστασης σε χώρες όπως το Πακιστάν και το Αφγανιστάν όπου η δυτική παρέμβαση φαίνεται να μην έχει τα αποτελέσματα που αναμένονταν. Επιπλέον, το πρόβλημα επιδεινώνεται γιατί η χώρα μας ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελώντας το νοτιοανατολικό της σύνορο και την εγγύτερη πύλη εισόδου προς την Ασία, διαθέτοντας μια τεράστια ακτογραμμή, που συνολικά φτάνει τα 14,000 χιλιόμετρα, και η οποία δύσκολα μπορεί να αστυνομευθεί αποτελεσματικά.

Κατά συνέπεια, το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης είναι κατεξοχήν Ευρωπαϊκό και αντιμετωπίζεται μόνο μέσα από έναν πανευρωπαϊκό συντονισμό και κοινή δράση. Η Ελλάδα είναι στην πρώτη γραμμή αλλά δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μόνη. Ήδη, η Ελληνική κυβέρνηση προχωρά στη συγκρότηση ενός κοινού μετώπου με τις υπόλοιπες νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες και, κυρίως, την Ιταλία και την Ισπανία τις οποίες επισκέπτεται σήμερα ο Έλληνας πρωθυπουργός με αυτό το σκοπό.

Πρόσφατα μάλιστα το Ευρωπαϊκό συμβούλιο και ύστερα από τις πιέσεις της Ελληνικής κυβέρνησης και του ίδιου του Πρωθυπουργού η ΕΕ αποφάσισε να λάβει τα πρώτα μέτρα για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης όπως:

- Η επίδειξη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών στη δίκαιη κατανομή των βαρών.
- Η ενίσχυση της συνεργασίας για τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, με την ενδυνάμωση του ρόλου της FRONTEX .
- Η συνεργασία με τις βασικότερες χώρες προέλευσης και διέλευσης παράνομων μεταναστών.
- Και η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμφωνιών επανεισδοχής της ΕΕ με τις κύριες χώρες προέλευσης και διέλευσης λαθρομεταναστών. Δηλαδή την Τουρκία και τη Λιβύη.
Δυστυχώς και παρά το γεγονός ότι για το σκοπό αυτό ενισχύεται με κονδύλια από την ΕΕ, η Τουρκία έχει αποφασίσει να μη συνεργαστεί και αντίθετα να χρησιμοποιήσει τη μετανάστευση ως μοχλό πίεσης προς τους Ευρωπαίους και την Ελλάδα. Η ροή από τα ανατολικά παραμένει ανεξέλεγκτη και η Τουρκία δεν τηρεί τα συμφωνηθέντα.
Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι πρωτόγνωρη για μας τους Έλληνες. Αυτή η περιφρόνηση προς τις υποχρεώσεις της να είστε σίγουροι ότι θα αποτελέσει βασικό κριτήριο για την αξιολόγησή της σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή της προοπτική.

Κυρίες και κύριοι

Το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι και σοβαρό και κρίσιμο. Δυστυχώς, είναι και επιρρεπές στη δημαγωγία. Κάποιοι μας ζητούν να δεχόμαστε στην Ελληνική επικράτεια μόνο όσους χρειαζόμαστε χωρίς βέβαια να διατυπώνουν προτάσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο και κάποιοι άλλοι, κυρίως τα κόμματα της αριστεράς, μας εγκαλούν για τις επαναπροωθήσεις και για την δημιουργία χώρων συγκέντρωσης.

Όλα αυτά δείχνουν μια βασική άγνοια για τα νέα παγκόσμια δεδομένα. Αρκεί να σας πως ότι οι προβλέψεις όλων των αρμόδιων παγκόσμιων οργανισμών αναφέρουν ότι τα επόμενα χρόνια η κλιματική αλλαγή θα γίνει καταλυτικός παράγοντας όξυνσης ήδη υπαρχόντων προβλημάτων όπως είναι η φτώχεια, οι εμπόλεμες διαμάχες, αλλά και οι μαζικές μετακινήσεις από το Νότο προς τον Βορρά και από την Ανατολή προς τη Δύση.

Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να επιμείνουμε σε μια συντονισμένη πολιτική με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Παράλληλα όμως πρέπει να επιτύχουμε τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των συνόρων μας, την εφαρμογή του νόμου και την αστυνόμευση της όποιας παραβατικότητας, την καλύτερη ενσωμάτωση των εδώ μεταναστών για το καλό όχι μόνο εκείνων, αλλά όλων των Ελλήνων και βέβαια τη συλλογική αντιμετώπιση του προβλήματος στην πηγή του.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στα σύνορά μας είναι οξύ. Το παραδέχτηκε και ο επίτροπος κ. Μπαρό που αφού επισκέφτηκε τα νησιά του Αιγαίου συνειδητοποίησε ότι η Ελλάδα κινδυνεύει. Έφτασε να μιλήσει μέχρι και για αποσταθεροποίηση.



Εμείς, το τελευταίο διάστημα παίρνουμε ολοένα και περισσότερα μέτρα.

1. Ενίσχυση της φύλαξης, χωρίς όμως να θέτουμε σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή που θεωρούμε ύψιστο αγαθό.
2. Συστηματικά επιτηρούμε το κέντρο της Αθήνας και άλλα σημεία συγκέντρωσης μεταναστών.
3. Οργανώσαμε και λειτουργούμε κέντρα φιλοξενίας.
4. Βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία και ασκούμε πιέσεις σε κυβερνήσεις για την επαναπροώθηση παράνομων μεταναστών.

Εμείς δε μπορούμε ούτε να υιοθετήσουμε τις ακραίες αστυνομικές πρακτικές που μας προτείνουν, ούτε να αφήσουμε τη χώρα να γίνει ξέφραγο αμπέλι εξαιτίας αυτών που έχουν ανάγκη.
Θα συνεχίσουμε να ασκούμε μια αυστηρή πολιτική που δε θα προσβάλλει τις ανθρώπινες αξίες μας.

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής καταγράφονται συγκεκριμένα αποτελέσματα:

Μόνο το 2008 από τις Ελληνικές αρχές έχουν συλληφθεί 16.000 Ιρακινοί, 25.000 Αφγανοί, 6.700 Σομαλοί , 550 Πακιστανοί, 4.600 Παλαιστίνιοι, 3.000 Γεωργιανοί, 1.650 από το Μπαγκλαντές, 1.600 από την Μιανμάρ και άλλοι τόσοι από την Ερυθραία. Συνολικά συνελήφθησαν 146.000 λαθρομετανάστες έναντι 112.000 το 2007 και μόλις 53.500 το 2002 και 45.460 το 2003.

Ενδεικτικά θα ήθελα να σας αναφέρω ότι το τελευταίο διάστημα στις συναντήσεις που είχα με όλους τους πρέσβεις της Αφρικής η λαθρομετανάστευση ήταν το κύριο θέμα συζήτησης και μπορώ να σας πω επίσης ότι μετά την ένταση των αστυνομικών ελέγχων αυξήθηκε κατακόρυφα ο αριθμός των μεταναστών που ζητούν οικειοθελώς να επιστρέψουν στις χώρες τους.

Παράλληλα, εξετάζουμε την κατάρτιση συμφωνιών για την αντιμετώπιση του φαινομένου τόσο με την Αίγυπτο, όσο και με το Μαρόκο.

Ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης όπου τα μεγάλα προβλήματα είναι κοινά και απαιτούν διεθνείς συνεργασίες. Η Ελλάδα ανταποκρίνεται στο μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί με τη συμμετοχή της στις διεθνείς αποστολές και τη διεθνή αναπτυξιακή της βοήθεια, της οποίας προΐσταμαι.

Ειδικά για φέτος αποφασίσαμε μέσω της αναπτυξιακής βοήθειας του Υπουργείου εξωτερικών να στοχεύσουμε στην ενίσχυση μη κυβερνητικών οργανώσεων, που δραστηριοποιούνται σε προγράμματα ή τομείς που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την παραμονή των πολιτών από συγκεκριμένες χώρες στον τόπο τους ή τη δημιουργία κινήτρων, που θα βοηθήσουν την επιστροφή τους σε αυτές.

Είναι πολύ μεγάλο στοίχημα για μας να συνδυάσουμε την ανθρωπιστική και αναπτυξιακή δράση των μη κυβερνητικών οργανώσεων με την επιστροφή στη χώρα τους εκατοντάδων εξαθλιωμένων μεταναστών από την Ομόνοια, την Αχαρνών ή ακόμα και τη Μανωλάδα και θα συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις στην προσπάθεια αυτή.

Θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τους μετανάστες που ζουν στη χώρα μας και να τους κάνουμε γέφυρα με τη χώρα προέλευσής τους. Δεν θέλουμε απλά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, αλλά να γίνουν και με τη βοήθειά μας και τη βοήθεια των μη κυβερνητικών οργανώσεων πυρήνες που θα κρατήσουν κοντά στον τόπο τους και άλλους συμπατριώτες τους.

Πέρα όμως από οποιαδήποτε μέτρα ή αξιολογικές κρίσεις είμαστε αναγκασμένοι να συμβιώσουμε με τη μετανάστευση. Το ζήτημα είναι να αμβλύνουμε τις αρνητικές της συνέπειες και να επωφεληθούμε από τις όποιες θετικές επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή για μια καλύτερη Ελλάδα.