Tης Μαρίας Κατσουνάκη στην Καθημερινή


Το περιστατικό συνέβη πριν από λίγες ημέρες στο Νέο Ηράκλειο. Ηταν γύρω στις 11 το βράδυ, όταν οι δύο 15χρονοι επέστρεφαν στο σπίτι τους από τoν σταθμό και δέχτηκαν την επίθεση τριών νεαρών, με στόχο τα κινητά τους. H βία δεν ολοκληρώθηκε με την κλοπή. Οι ενήλικοι θύτες γρονθοκόπησαν και μαχαίρωσαν τον έναν από τους δύο εφήβους - ευτυχώς όχι πολύ σοβαρά. Η μητέρα δεν θα απαλλαγεί ποτέ από την εικόνα του παιδιού της να καταφθάνει αιμόφυρτο στο σπίτι, όσο για το αγόρι βασανίζεται από το ίδιο ερώτημα: γιατί θέλησαν να τον τραυματίσουν, ενώ ο ίδιος αντιλαμβανόμενος τις προθέσεις τους πρόσφερε το κινητό του χωρίς αντίσταση. Ο 15χρονος μαθητής δεν βρίσκει «λογική» εξήγηση, αλλά δεν σκοπεύει να ακολουθήσει και τη συμβουλή του αστυνομικού, του τμήματος όπου κατέφυγαν μετά το επεισόδιο: «κλειστείτε στα σπίτια σας» ήταν η προτροπή του οργάνου, ως αντίδραση - προφύλαξη στην εγκληματικότητα που αυξάνεται κατακόρυφα στις μέρες μας.
Σύμφωνα, λοιπόν, με μια «επίσημη» εκδοχή, ως κάτοικοι αυτής της πόλης πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι θα ζήσουμε σε καθεστώς ομηρίας και η μόνη ασφαλής προοπτική είναι να αμπαρωθούμε. Μήπως, μάλιστα, θα πρέπει να σχεδιάζουμε το μέλλον μας σε υπόγεια καταφύγια, κατασκευάζοντας μπούνκερ για παράδειγμα;
Η έξαρση της εγκληματικότητας απασχόλησε και την προχθεσινή σύσκεψη στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και ο κ. Μιχ. Χρυσοχοΐδης ανέλυσε την πολιτική που σκοπεύει να εφαρμόσει. «Το πνεύμα στο οποίο κινήθηκε η συζήτηση ήταν το τρίπτυχο μηδενική ανοχή στην ανομία, ασφάλεια στις πόλεις και τις γειτονιές και στενή συνεργασία όλων των κοινωνικών φορέων για την αντιμετώπιση του προβλήματος», δήλωσε ο υπουργός.
Αν συμφωνήσουμε ότι η βία αποτελεί ένα μήνυμα για την κατάσταση της κοινωνίας που δεν είναι εύκολο να αποκωδικοποιηθεί αλλά ούτε και να παρακαμφθεί, η «μηδενική ανοχή» είναι μια αμφίβολη πολιτική εξαγγελία. Και όχι μόνο γιατί η λογική «κατεβάστε την αστυνομία στους δρόμους» φέρνει στην επιφάνεια (αν δεν καλλιεργεί) φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς από τα ίδια τα πρόσωπα που στελεχώνουν τα σώματα ασφαλείας. Αλλά γιατί η λύση δεν βρίσκεται ούτε στην «αστυνομικοποίηση» ούτε στην «ψυχιατρικοποίηση» του προβλήματος.
Τι οπλίζει τον θύτη, που δεν αρκείται στην κλοπή αλλά προχωρεί στον τραυματισμό, συχνά δε και στον φόνο; Η επιστημονική ερμηνεία (όπως τη διατυπώνει η αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σοφία Βιδάλη) εστιάζει σε άτομα υπό την επήρεια ναρκωτικών -συγκεκριμένα κοκαΐνης- διεγερτικών ουσιών που κάνουν τον χρήστη να νιώθει απρόσβλητος, παντοδύναμος. Η ακινητοποίηση του θύματος έχει πιο ορθολογική βάση (να μην αντιδράσει, για να μην μπορέσει να καταδιώξει τον θύτη). «Είτε πρόκειται για ουσιοεξαρτημένους, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά μεσοαστικών στρωμάτων, είτε για ανθρώπους σε άθλια κατάσταση, η έξαρση των περιστατικών καταδεικνύει απουσία πολιτικής που να αποτρέπει τα πράγματα να φτάσουν σε αυτό το σημείο» επισημαίνει η κ. Βιδάλη και επεκτείνεται στην ανεξέλεγκτη αγορά ναρκωτικών και εν γένει την «παράνομη αγορά των πάντων».
Στο μέλλον οι δυσκολίες θα ενταθούν. «Η μεσοαστική τάξη διαλύεται. Η ευημερία δεν έχει προσδοκία». Εν ολίγοις: το παραμύθι τελείωσε. Ο 18χρονος γνωρίζει ήδη από τα 12 ότι η προοπτική του δεν καλύπτεται από το οικογενειακό περιβάλλον του. Με ψυχολογία παιδιού και ροή πληροφοριών ενήλικα πορεύεται στην περιστασιακή απασχόληση, στην αστάθεια, στον φόβο. Δεν είναι μόνο τα φτωχά στρώματα που εκτρέπονται στην παρανομία, οι κοινωνικά και οικονομικά περιθωριοποιημένοι. Η συμπίεση και η σταδιακή υποβάθμιση της εξισορροπιστικής μεσαίας τάξης, διαδικασία που είναι σε εξέλιξη χρόνια τώρα, προκαλεί κλυδωνισμούς και ανακατατάξεις, άγνωστες, ακόμη, και απροσδιόριστες.
Η βία στις σύγχρονες πόλεις δεν είναι ένας «κόσμος» χωριστός, αποκομμένος από τις κοινωνικές σχέσεις, την διάψευση των αναμονών, την απώλεια των κεκτημένων, τη ματαίωση των επιθυμιών. Το προφίλ του σύγχρονου εγκληματία έχει μετακινηθεί αφήνοντας στην άκρη τα (όποια) προϊόντα κλοπής. Με την επίθεση εκτονώνει ό, τι δεν μπορεί εσωτερικά να ελέγξει. «Εχουν (ξανα) χαθεί τα φρένα ή τα συμβολοποιητικά μαξιλάρια που επέτρεπαν να εκδηλώσεις τη βία ελεγχόμενα», συμπληρώνει η ψυχαναλυτική ερμηνεία.
Δύσκολα η δομή μιας διαμορφωμένης ψυχοπαθητικής προσωπικότητας ανατρέπεται μπροστά στη «μηδενική ανοχή». Η παρέμβαση της πολιτείας οφείλει να γίνει στα στάδια που έχουν προηγηθεί. Στο εκπαιδευτικό σύστημα που αγκομαχάει, στην παρανομία που έχει αναδειχθεί σε σταθερά της διά βίου μάθησης. Με λιγότερη ευημερία μπορούμε να ζήσουμε. Χωρίς προσδοκία, όμως, μπορούμε μόνο να καταστέλλουμε, να αναπαράγουμε δηλαδή τον εφιάλτη.