Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Συζητάμε τον Προϋπολογισμό αλλά επί της ουσίας δεν συζητάμε, γιατί δεν έχουμε καμία δυνατότητα, έστω και αν αποφασίσουμε ή κριθεί από τη συζήτηση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στον Προϋπολογισμό, να μπορέσουμε να το κάνουμε. Και  δεν μπορούμε να το κάνουμε, γιατί δεν λειτουργούμε ως Κοινοβούλιο σε καμία περίπτωση.
Πότε άλλαξε η εισήγηση του οποιουδήποτε Υπουργού ή της διοίκησης, που έγραψε ένα νομοσχέδιο, που προτείνει ο αρμόδιος Υπουργός, από τη Βουλή;
Είμαστε σε μια περίοδο, στην οποία ο κόσμος δικαιολογημένα είναι οργισμένος, όχι μόνο γιατί του είπαμε ψέματα επί σειρά ετών, αφού επί σειρά ετών ψηφίζουμε πλασματικούς και ανεφάρμοστους προϋπολογισμούς, αλλά γιατί σήμερα που του ζητάμε να κάνει όλες αυτές τις θυσίες -που έχει χάσει το 1/4 -1/3 του εισοδήματος του- δεν του έχουμε περιγράψει δυο βασικά πράγματα:
Πρώτον, δεν τον έχουμε πείσει ότι φτάσαμε στον πάτο του βαρελιού, ότι δεν θα κληθεί να πληρώσει άλλο, ότι αυτοί οι περιορισμοί αρκούν για να έρθει ένα αποτέλεσμα μετά από κάποια χρόνια.
Δεύτερον, δεν τον έχουμε πείσει –και δεν έχουμε πειστεί και όλοι και οι Βουλευτές της Συμπολίτευσης και οι Βουλευτές της Αντιπολίτευσης- ότι αυτή η περιοριστική πολιτική θα φέρει πράγματι αποτέλεσμα.
Έχω εδώ τον πίνακα με τη συνοπτική παρουσίαση του Προϋπολογισμού από το Υπουργείο Οικονομικών, που αναφέρει ότι το 2014 το χρέος θα φτάνει περίπου το 160% του ΑΕΠ.
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι αξίζουν όλες αυτές οι θυσίες, όταν δεν καταφέρνουμε να αλλάξουμε τα πράγματα; Και για να αλλάξουμε τα πράγματα, νομίζω ότι πρέπει να αλλάξουμε πρώτα απ’ όλα τον εαυτό μας. Δεν μπορεί να είναι αυτή η εικόνα του Κοινοβουλίου. Δεν μπορεί να είναι αυτή η λειτουργία του Κοινοβουλίου. Δεν μπορεί πλέον να στοιχιζόμαστε διαρκώς πίσω από μια κομματική πειθαρχία σε οποιαδήποτε συζήτηση. Δεν εξετάζουμε ενδελεχώς τα νομοσχέδια. Δεν λαμβάνονται υπ' όψιν σοβαρές παρατηρήσεις. Ψηφίζονται νομοσχέδια και σε μια εβδομάδα έρχεται τροπολογία, γιατί οι παρατηρήσεις που έκαναν οι Βουλευτές, δεν έγιναν δεκτές από τη γραφειοκρατία που τα εισηγείται.
Έχουμε απολέσει το νομοθετικό μας χαρακτήρα. Έχουμε ένα χαρακτήρα επικυρωτικό και μιλάμε, μιλάμε, μιλάμε, μηρυκάζοντας ο καθένας την κομματική του θέση, χωρίς όμως να προτείνουμε πραγματικά στον ελληνικό λαό ουσιαστικές λύσεις.
Και αν δεν αλλάξουμε τον τρόπο λειτουργίας της Βουλής, είναι βέβαιο ότι το πολιτικό σύστημα θα παρασυρθεί στη δίνη αυτής της κρίσης. Γιατί δεν υπερασπιζόμαστε σε καμία περίπτωση τη δουλειά που μας ανέθεσε ο κόσμος να κάνουμε. Αποστολή μας είναι να νομοθετούμε και να ελέγχουμε. Δεν κάνουμε τίποτα από τα δυο με τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επειδή το τελευταίο διάστημα βρέθηκα πολύ κοντά στον κόσμο, θέλω να πω ότι είναι πολύ μεγάλη η απόσταση που χωρίζει πλέον την πλατεία Συντάγματος από την οποιαδήποτε γειτονιά της χώρας. Είναι πάρα πολύ μεγάλη η απόσταση που χωρίζει πλέον το ναό του Κοινοβουλίου από τον κόσμο. Γι’ αυτό βλέπουμε αυτή την οργισμένη αντίδραση, όχι μόνο απέναντι στην οποιαδήποτε Κυβέρνηση, αλλά στο σύνολο του πολιτικού κόσμου.
Είμαι βέβαιος ότι μέσα από τις παρεμβάσεις μας θα μπορούσαμε να συνδιαμορφώσουμε τελικά μια λύση στα προβλήματα, θα καταφέρναμε ενδεχομένως να πείσουμε για το ότι οι θυσίες έχουν νόημα να γίνουν.
Σήμερα δεν έχουμε πείσει τον κόσμο ότι οι θυσίες έχουν νόημα να γίνουν. Σήμερα δεν έχουμε πείσει ότι υπάρχει μια σοβαρή, συγκροτημένη, εναλλακτική πρόταση.
Ειπώθηκε πολλές φορές και από Υπουργούς της Κυβέρνησης, η ανάγκη συναίνεσης. Αλλά η συναίνεση δεν μπορεί να υπάρξει έτσι απλά με τη μορφή λευκής επιταγής. «Συναίνεση» σημαίνει «σύνθεση». «Συναίνεση» δε σημαίνει ότι αν κάποιος προτείνει κάτι διαφορετικό, ενδεχομένως εφαρμόσιμο, να μη γίνεται δεκτό.
Ποιος από τους συναδέλφους, τους λίγους, που παρακολουθούν τη συνεδρίαση σήμερα, είχε κάτι θετικό να προτείνει για τη διαμόρφωση και του Προϋπολογισμού και της κυβερνητικής πολιτικής; Πότε οι παρατηρήσεις του έγιναν δεκτές; Στο διάδρομο της Βουλής, που προσπαθεί να βρει κάποιον Υπουργό και να του πει σε τριάντα δευτερόλεπτα μια ιδέα;
Άκουσα πριν συνάδελφο να λέει ότι καταργήθηκαν τα ΣΔΙΤ στον αθλητισμό. Μα, τα ΣΔΙΤ δεν επιφέρουν δαπάνες στον κρατικό Προϋπολογισμό. Γιατί θα πρέπει να υπάρχει κάποιος Υπουργός στο τέλος που να αποφασίζει και να μην είναι η Τοπική Αυτοδιοίκηση αυτή που θα αποφασίζει για τη σύμπραξη μιας συμβάσεως μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα; Ποιος ο λόγος;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, υιοθετώντας μια φράση του νυν Πρωθυπουργού «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», θα πω ότι δεν πρέπει πλέον να το λέμε μόνο για τη χώρα, αλλά θα πρέπει να το λέμε και για την ίδια τη Βουλή, για τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Γιατί μόνο τότε, αν αλλάξουμε εμείς τον τρόπο λειτουργίας και συμπεριφοράς μας, αν ανακαλύψουμε τους κοινούς τόπους, αν δεχθούμε ότι οι τριακόσιοι που εκπροσωπούν τον ελληνικό λαό έχουν ο καθένας την αυθεντικότητα της έκφρασής του και πρέπει να γίνει σεβαστή, αν σταματήσει πλέον η γραφειοκρατία των Υπουργείων και τώρα και η γραφειοκρατία της ΤΡΟΪΚΑΣ να επιβάλει τις πολιτικές, αν συνθέσουμε απόψεις, θα μπορέσουμε να πείσουμε ότι αλλάζοντας, μπορούμε να αλλάξουμε και τον τόπο. Αλλιώς, ο κόσμος θα αλλάξει εμάς αποδεχόμενος  ενδεχομένως το ρίσκο μιας άγουρης και χωρίς καμία εμπειρία, πολιτικής ηγεσίας.
Γι’ αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εγώ θα καταψηφίσω τον Προϋπολογισμό, γιατί  δεν μου εγγυάται, ότι θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα περίμενα μία σοβαρή πολιτική κουβέντα, για το πώς θα αλλάξουμε το ίδιο το πολιτικό σύστημα, ώστε να μπορέσουμε να φέρουμε πραγματικό αποτέλεσμα στον τόπο.
Σας ευχαριστώ πολύ.