Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο κατελθών του Βήματος κ. Παπακωνσταντίνου, κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση που συζητάμε και ένα από τα πρόσωπα που προτείνεται να παραπεμφθεί για περαιτέρω έρευνα, νομίζω ότι δικαιολόγησε με τη στάση του το πόσο αναγκαία είναι η επιπλέον έρευνα. Δικαιολόγησε με όλα αυτά που είπε το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά και αναπάντητα ερωτήματα σε αυτήν την υπόθεση, τα οποία χρήζουν περισσότερης διερεύνησης.

  Αντίγραφα φτιάχτηκαν πολλά και επί της εποχής του και όχι μόνο επί του διαδόχου του. Κατ’ ομολογία. Eντολή εδόθη περιορισμένη και όχι στο σύνολο των στοιχείων και από την εντολή αυτή δεν ήρθε κανένα αποτέλεσμα. Για τη συνολική διαχείριση της υπόθεσης, τον τρόπο δηλαδή αξιοποίησης ενός τέτοιου στοιχείου σε συνδυασμό με όλες τις άλλες ενέργειες, άφησε ο ίδιος πάρα πολλά ερωτηματικά. Και βέβαια κορυφαίο ερωτηματικό, το οποίο άφησε, για όσους έχουν διαχειριστεί δημόσια εξουσία, είναι το εξής: Αν δεν ήθελε το κεντρικό αρχείο και Πρωτόκολλο του Υπουργείου του, γιατί δεν χρησιμοποίησε το απόρρητο πρωτόκολλο του Υπουργού, το οποίο συνοδεύει τον κάθε ένα, όταν αποχωρεί από την Υπηρεσία και είναι βεβαιωμένο αποδεικτικό έγγραφο για το χειρισμό;


  Σε όλα αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσει η περαιτέρω διερεύνηση αναγκαστικά από τη Βουλή. Γιατί θα ήμασταν πάρα πολύ ευτυχείς, αν η έρευνα αυτή δεν την περνούσε μέσα από τη διαδικασία της Βουλής, αν δεν υπήρχε το άρθρο 86 με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, αν δεν υπήρχε ο νόμος Περί Ευθύνης Υπουργών, έτσι όπως εφαρμόζει τη συνταγματική διάταξη, ώστε σήμερα εμείς να αναγκαστούμε να βγάλουμε το πολιτικό καπέλο και να αποκτήσουμε δικαστικές αρμοδιότητες σε μία δίκη, σε μία διαδικασία, στην οποία αποκτούμε αρμοδιότητες ως λαϊκοί δικαστές και όχι ως νομικοί.


  Έχουμε ανακριτικές αρμοδιότητες τέτοιες που πολλές φορές αναγνωρίζω στους συναδέλφους ότι είναι δύσκολο να τις ξεχωρίσουν με τις πολιτικές τους θέσεις και αντιλήψεις. Γιατί κάποιοι σε αυτήν την υπόθεση προτιμούν το τηλεοπτικό σόου, την έννοια του τηλεοπτικού δικαστή και δεν αντιλαμβάνονται ότι η επιταγή του Συντάγματος είναι η μετατροπή του Βουλευτή σε φυσικό δικαστή, είτε ψηφίσει σήμερα, είτε συμμετέχει στην Προανακριτική, είτε ερχόμενος και επικυρώνοντας την οποιαδήποτε παραπομπή του οποιουδήποτε υπευθύνου μετά το πόρισμα της Προανακριτικής, αν κάτι τέτοιο συμβεί. Είναι τέτοιος, λοιπόν, ο σκληρός περιορισμός του Συντάγματος –και αυτό το απευθύνω ιδιαίτερα σε όσους θέλουν να κάνουν σόου γύρω από αυτήν την υπόθεση- που θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί. Και θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί και για τις κρίσεις που εκφράζουν στις τηλεοράσεις, γιατί μεθαύριο μπορεί να βρεθούν υπόλογοι γι’ αυτές.


  Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χαίρομαι γιατί μετά την ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθώντας να καλλιεργήσει εντυπώσεις περί κουκουλώματος, περί αλλοίωσης της μυστικότητας της ψηφοφορίας, περί παραβίασης του Συντάγματος, περί, περί, περί.., και όλο αυτό τον εξάψαλμο που ακούσαμε όλο αυτό το διάστημα, χαμήλωσε τους τόνους και μπήκε στην ουσία της υπόθεσης και τελείωσε επιτέλους με την αποδοχή της πρότασής του όλο αυτό το θεσμικό παιχνίδι που πήγαινε να γκρεμίσει για άλλη μια φορά την εικόνα της Βουλής.


  Εδώ, όμως, αναλαμβάνουμε μία ευθύνη και αυτή την ευθύνη που έχουμε αναλάβει πρέπει να την εκπληρώσουμε ως το τέλος. Και αυτό είναι να αντιμετωπίσουμε τα πρόσωπα, τις κατηγορίες και τη διαδικασία της Επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης με το ρόλο του δικαστή που αναζητά την αλήθεια.
Δεν αναζητάμε πολιτικές ευθύνες. Αναζητάμε να βρούμε την αλήθεια και βάσει της αλήθειας που θα ανακαλύψουμε -θα ανακαλύψουμε, γιατί δεν την έχουμε ανακαλύψει και δεν μπορεί να πηγαίνουμε με οποιαδήποτε προκατασκευασμένα αποτελέσματα- τελικά θα ψηφίσουμε για το κλείσιμο αυτής της διαδικασίας.

 
  Όποιος πάει μόνο με πολιτική ατζέντα, να ξέρετε ότι θα καταδικαστεί και στη συνείδηση της κοινής γνώμης, αλλά πάνω απ’ όλα καταδικάζεται στη συνείδηση όλων ημών ως επίορκος στη συγκεκριμένη διαδικασία.