Εισήγηση Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη στην ολομέλεια της Βουλής επί του σχεδίου νόμου "Διαμόρφωση φιλικού αναπτυξιακού περιβάλλοντος για τις στρατηγικές και ιδιωτικές επενδύσεις και άλλες διατάξεις"

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα για τις Στρατηγικές Επενδύσεις έρχεται να αντιμετωπίσει όλες τις βασικές παθογένειες της ελληνικής πολιτείας που αντιμετώπισαν κατά καιρούς όσοι έρχονται να επενδύσουν στη χώρα μας.
Ποιες είναι αυτές οι παθογένειες; Είναι η δαιδαλώδης και κοστοβόρα γραφειοκρατία, η δραματική –πολλές φορές- καθυστέρηση στη λήψη των αποφάσεων, η αδυναμία του κράτους να εξασφαλίσει τη διαφάνεια και η έλλειψη σταθερού πλαισίου για όποιον –Έλληνα ή ξένο- έβαζε τα λεφτά του στη χώρα μας.


Οι παθογένειες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια η χώρα μας να ακολουθήσει ένα εντελώς στρεβλό παραγωγικό μοντέλο βασισμένο στον κρατισμό που βασίστηκε σε δανεικά, δημιούργησε ένα διογκωμένο, εσωστρεφές, αναποτελεσματικό και σπάταλο κράτος, δαιμονοποίησε την ιδιωτική πρωτοβουλία και την επιχειρηματικότητα.


Αυτές τις στρεβλώσεις που μας οδήγησαν στην αναπτυξιακή καχεξία οφείλουμε σήμερα να αντιμετωπίσουμε και να αποκαταστήσουμε. Οφείλουμε, δηλαδή, να προχωρήσουμε σε ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίζουν την τόνωση της επιχειρηματικότητας, θα εξασφαλίζουν τη δυνατότητα της χώρας να προσελκύει ξένες επενδύσεις, θα εξασφαλίζουν τη δυνατότητα στη χώρα να αυξάνει το ΑΕΠ της και να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.


Διότι, πάνω απ’ όλα έχουμε μια υποχρέωση: Αυτή η υποχρέωση είναι να διαμορφώσουμε ένα κράτος πιο αποτελεσματικό από αυτό που παραλάβαμε. Διότι το μοντέλο του κράτους που παραλάβαμε είναι ένα μοντέλο χρεοκοπημένο, το οποίο δεν είναι ανατάξιμο.


Αυτό πρέπει να γίνει τώρα και πρέπει να γίνει με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, ιδιαίτερα σε αυτήν την περίοδο όπου τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται σε μια τροχιά σταθεροποίησης, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχουμε ξεφύγει ούτε από τη ζώνη του κινδύνου ούτε ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ευμάρειας. Ενδεχομένως αν είχαμε προλάβει να κάνουμε τέτοιες μεταρρυθμίσεις πριν από μερικά χρόνια, να μη χρειαζόταν σήμερα να νομοθετούμε τόσες πολλές αλλαγές και να επιβάλουμε στη διοίκηση να τρέξει με ρυθμούς πρωτόγνωρους γι’ αυτήν.


Πρέπει, όμως, να αντιμετωπίσουμε κι ένα επείγον θέμα, ένα κοινωνικό πρόβλημα, μια μάστιγα της νέας γενιάς. Αυτό το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανεργία. Γι’ αυτό και επιδιώκουμε να φέρουμε σήμερα όσες περισσότερες επενδύσεις μπορούμε στη χώρα, επενδύσεις που δεν θα προσφέρουν, όμως, θέσεις εργασίας που μπορεί να αποδειχθούν πρόσκαιρες, επειδή ένα «παραθυράκι» νόμου, μια ειδική επιδότηση σε μια περιοχή μπόρεσε να δημιουργήσει κάποιες θέσεις εργασίας και που μόλις τελειώσουν τα ευρωπαϊκά χρήματα μπορεί να μεταναστεύσουν.


Γι’ αυτό χρειαζόμαστε επενδύσεις οι οποίες θα δημιουργούν θέσεις εργασίας εντάσεως κεφαλαίου, με στρατηγικό χαρακτήρα, ώστε πραγματικά να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας και των ανθρώπων της.
Ο νέος επενδυτικός νόμος σε όλα αυτά προσπαθεί να απαντήσει. Νομίζω ότι απαντάει με πληρότητα γιατί πρώτα απ’ όλα εισάγει την ταχύτητα και την ευελιξία, κάτι που έλειπε χρόνια για τις στρατηγικές επενδύσεις.
Συστήνεται η Γενική Διεύθυνση Στρατηγικών Επενδύσεων και η Υπηρεσία Μίας Στάσης, η οποία θα χειρίζεται συνολικά τις αιτήσεις των στρατηγικών επενδύσεων.


Με τον τρόπο αυτό σε μία Γενική Γραμματεία υπάγεται το σύνολο των αρμοδιοτήτων των σχετικών με τις στρατηγικές και ιδιωτικές επενδύσεις, για την υλοποίηση και το συντονισμό μιας ενιαίας επενδυτικής και αναπτυξιακής πολιτικής, με στόχο πάντα την απλούστευση των αδειοδοτικών διαδικασιών και την επιτάχυνση των επωφελών για τη χώρα επενδύσεων.
Παράλληλα, μειώνουμε τη γραφειοκρατία και απλοποιούμε τις διαδικασίες, γιατί καταργείται η υποχρέωση κατάθεσης εγγυητικής επιστολής συμμετοχής για την αξιολόγηση της όποιας επένδυσης και βέβαια προωθείται η αύξηση της διαχειριστικής αμοιβής που πηγαίνει στο «Invest in Greece», την κρατική εταιρεία, η οποία θα καταβάλεται σε δύο στάδια και βέβαια σε συνάρτηση πάντοτε με την εξέλιξη της επένδυσης.


Η έκδοση της «πολυάδειας» υποκαθιστά την υποχρέωση του στρατηγικού επενδυτή να απευθύνεται σε πολλές διαφορετικές υπηρεσίες με ό,τι αυτό σημαίνει. Γιατί έχουμε ζήσει πολλά παρατράγουδα στη χώρα, όπου μία υπογραφή μπορεί να κοστίσει πάρα πολύ χρόνο και ενδεχομένως χρήμα στον όποιον θέλει να την αποκτήσει.
Ενθαρρύνουμε τους επενδυτές γιατί δίνουμε έμφαση στη δυνατότητα εισαγωγής φορολογικών κινήτρων για την ανάπτυξη των στρατηγικών επενδύσεων, στο πλαίσιο πάντα των κανόνων του Κοινοτικού Δικαίου.
Παράλληλα, παρέχουμε τη δυνατότητα χαρακτηρισμού ήδη λειτουργουσών επιχειρήσεων ως στρατηγικών επενδύσεων και μπορούμε να τις υπαγάγουμε στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, κριτήρια και άλλες ρυθμίσεις που τίθενται απ’ αυτόν εδώ το νόμο.


Διευκολύνονται οι επενδυτές τρίτων χωρών να έρθουν και να λειτουργήσουν εδώ την επιχείρησή τους, αφού τους δίνουμε άδεια παραμονής για ένα χρόνο. Και βέβαια δίνουμε άδεια παραμονής και στους εκπροσώπους τους.
Και βέβαια εισάγουμε κάτι το οποίο έπρεπε να είχε εισαχθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή την παροχή πολύχρονης άδειας παραμονής σε όσους έρχονται και αγοράζουν ακίνητη περιουσία. Και χαίρομαι που η Κυβέρνηση έκανε δεκτές τις παρατηρήσεις και το χαμηλότερο όριο για την αγορά ακίνητης περιουσίας από υπηκόους άλλων χωρών κατέβηκε στις 250.000 ευρώ από τις 300.000 ευρώ. Νομίζω ότι δίνουμε έτσι τη δυνατότητα σε πλούσιους ανά τον πλανήτη να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στη χώρα, παραθεριστική κατοικία ή δεύτερη κατοικία και να ξεφύγουν από τις πολύπλοκες διαδικασίες για την απόκτηση μίας βίζας, που προβλέπονται από τη Συνθήκη Σένγκεν.
Και βέβαια προχωράμε στην ενίσχυση της διαφάνειας και στη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, γιατί εισάγονται διατάξεις που αναμένεται να ενισχύσουν τη ρευστότητα των επενδυτών. Η πρόβλεψη για προκαταβολή ολοκλήρου του ποσού της επιδότησης κατά την έναρξη της επένδυσης αποτελεί ένα κίνητρο. Παράλληλα, η συνακόλουθη υποχρέωση για καταβολή εγγυητικής επιστολής σε ό,τι αφορά αυτό το ποσό που θα εισπραχθεί, διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον.


Προχωράει, όμως, το νομοσχέδιο αυτό και σε άλλες ρυθμίσεις πέρα από την ενίσχυση των επενδύσεων, πολύ σημαντικές, όπως είναι η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η αξιοποίηση του παραλιακού μετώπου της Αττικής. Διότι συστήνεται η «Αττικό Παράκτιο Μέτωπο Α.Ε.», που υποκαθιστά το σύνολο των δημοσίων οργανισμών και φορέων στην απόκτηση της παραλίας της Αττικής. Εγώ χαίρομαι γιατί είναι μία πρόταση που από το 2007 έχω υποστηρίξει και χαίρομαι που έρχεται έστω και με τους περιορισμούς που σήμερα έχουν επιβληθεί από μνημονιακές υποχρεώσεις στην αξιοποίηση αυτής της περιουσίας.


Και χαίρομαι και για κάτι άλλο, για το ότι όλοι οι εκπρόσωποι των τοπικών φορέων του Λεκανοπεδίου, τους οποίους ακούσαμε στην Επιτροπή, στάθηκαν από θετικά έως αδιάφορα σ’ αυτή τη ρύθμιση. Κανένας δεν εξέφρασε ρητές και ουσιαστικές αντιρρήσεις. Αυτό δείχνει ότι είναι μία πρόταση που βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση, αρκεί να λειτουργήσει, λαμβάνοντας υπ’ όψιν βεβαίως και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.


Παράλληλα, επιχειρείται να δοθεί μία μόνιμη λύση ως προς την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση των υδατοδρομίων, έτσι ώστε ενδεχόμενοι ενδιαφερόμενοι πάροχοι τέτοιου είδους μεταφορών να μπορούν να προχωρήσουν απρόσκοπτα στην ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους. Θυμόμαστε πριν από μερικά χρόνια με τυμπανοκρουσίες να εγκαινιάζονται τα πρώτα υδατοδρόμια στη χώρα, να διασυνδέονται νησιά που δεν είχαν αεροδρόμια -η Ιθάκη για παράδειγμα- με άλλα νησιά, είτε του Ιονίου είτε με χώρους του κέντρου και μετά από μερικά χρόνια, λόγω της στρεβλώσεως της γραφειοκρατίας, να σταματάει αυτή η λειτουργία.


Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, ιδιαίτερα για τις νησιωτικές περιοχές που δεν διαθέτουν αεροδρόμια, να καταστούν ευκόλως προσβάσιμες. Γιατί έτσι, όπου αναπτυχθούν αυτές οι μεταφορές, επιτυγχάνεται η ανάπτυξη της περιφέρειας, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η βελτίωση του μεταφορικού έργου.
Θα ήθελα να κάνω και έναν σχολιασμό για τον τρόπο, με τον οποίο εξελίχθηκε η συζήτηση στην Επιτροπή. Νομίζω ότι ήταν από τις πιο γόνιμες και δημιουργικές συζητήσεις. Πάρα πολλές από τις ρυθμίσεις που προτάθηκαν από τους Βουλευτές, είτε των κομμάτων που στηρίζουν την Κυβέρνηση είτε ακόμα και της Αντιπολίτευσης, έγιναν δεκτές στο υπό διαμόρφωση σχέδιο νόμου.


Θα σας πω χαρακτηριστικά ότι βελτιώθηκε σημαντικά η διάταξη για την αξιοποίηση της περιουσίας της Εκκλησίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ενστάσεις των τοπικών κοινωνιών, ιδιαίτερα του Πεντελικού και μπορεί να βελτιωθεί λίγο παραπάνω ακόμα το άρθρο 4, παράγραφος 5, ώστε να κλείσουμε το οποιοδήποτε παράθυρο, που μπορεί να δημιουργήσει ανασφάλεια στις τοπικές κοινωνίες. Και γιατί λέω ότι πρέπει να κλείσουμε το οποιοδήποτε παράθυρο, που φέρνει ανασφάλεια στις τοπικές κοινωνίες; Γιατί, πέρα από το ό,τι προβλέπεται, η βασικότερη αλλαγή που θέλει να φέρει αυτός ο νόμος είναι η επαναφορά του κλίματος ασφάλειας και σταθερότητας προς τους επενδυτές.


Πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το νομικό και θεσμικό μας πλαίσιο όσο το κλίμα, πάνω στο οποίο πάμε να βασίσουμε την προσέλκυση ξένων και ελληνικών επενδύσεων. Γιατί, αν ανατρέξουμε στην ελληνική ιστορία, θα δούμε ότι στο παρελθόν είχαμε πολύ πετυχημένα παραδείγματα νομικών πλαισίων. Όταν, μάλιστα, αυτό συνδυαζόταν με την πολιτική βούληση, πετυχαίναμε πραγματικά να προσελκύσουμε επενδύσεις. Αναφέρομαι στις ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1952, που όριζε ότι ένας εφάπαξ εκδιδόμενος νόμος για κάθε στρατηγική επένδυση ορίζει το πλαίσιο, πάνω στο οποίο αυτό λειτουργεί. Και αυτό το εργαλείο χρησιμοποίησαν οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή και πετύχαμε ρυθμούς ανάπτυξης, που έφτασαν το 7% ετησίως στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.
Όταν, λοιπόν, θέτουμε ως πολιτική και εθνική προτεραιότητα την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, μπορούμε να πετύχουμε. Και μπορούμε να πετύχουμε όχι μόνο από την ψήφιση ρυθμίσεων μέσα σ’ αυτή την Αίθουσα, αλλά μπορούμε να το πετύχουμε, όταν εκφράσουμε αυτή τη βούληση στην ίδια την κοινωνία και στην αγορά.


Ο νόμος δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εργαλείο. Οι επιπτώσεις, όμως, αυτών που προβλέπει έρχονται και υλοποιούνται μόνο με την εφαρμογή του, τη σωστή εφαρμογή του, την έγκυρη εφαρμογή του. Κανείς επενδυτής δεν δείχνει εμπιστοσύνη σε μία χώρα, όταν η ίδια η χώρα από μόνη της δεν εμπιστεύεται το θεσμικό της πλαίσιο και έχουμε δει να ψηφίζουμε νόμους, οι οποίοι τελικά να κρίνονται ατελέσφοροι, μη λειτουργικοί και μη εφαρμόσιμοι.


Κανένας επενδυτής, όμως, δεν μπορεί να έλθει στη χώρα να επενδύσει όταν σε κάθε προσπάθειά του βλέπει αντιδράσεις, οι οποίες πολλές φορές φτάνουν στις ενέργειες που καλύπτονται πίσω από κουκούλες. Κανείς επενδυτής δεν βάζει εύκολα τα λεφτά του σε μία χώρα, όταν βλέπει πολιτικές δυνάμεις να χαρακτηρίζουν τον οποιοδήποτε διεθνή επενδυτή ως διεθνές «λαμόγιο» και, παράλληλα, να ισχυρίζονται δημοσίως ότι όταν και εφόσον καταλάβουν την εξουσία, αναλάβουν τη διακυβέρνηση, θα διώξουν αυτές τις επενδύσεις, θα επανακρατικοποιήσουν τις αποκρατικοποιημένες εταιρείες, θα αλλάξουν το θεσμικό πλαίσιο προς το δυσμενέστερο για τον οποιονδήποτε επενδυτή έχει έλθει και έχει κάνει αυτήν τη στρατηγική επένδυση στη χώρα, που δημιουργεί ΑΕΠ, θέσεις εργασίας και ανάπτυξη.


Ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Αυτό, δηλαδή τη δημιουργία ενός επενδυτικού κλίματος δεν μπορεί, να το πετύχει από μόνη της μια κυβέρνηση. Πρέπει να το πετύχει το σύνολο της κοινωνίας, για να μπορέσουμε να πούμε ότι δίνουμε στους νέους μας μία δυνατότητα για καλύτερο αύριο, για να πούμε στα νέα παιδιά, που σήμερα μεταναστεύουν σε άλλες χώρες της Ευρώπης ή της Ασίας ή της Ωκεανίας, ότι εδώ μπορείτε να βρείτε την εργασία που θα σας ανταμείβει, ότι εδώ η επιχειρηματική σας πρόταση μπορεί να υλοποιηθεί, ότι εδώ η χώρα αυτή διαθέτει ένα έμψυχο δυναμικό, το καλύτερο που είχε ποτέ στην ιστορία της, το πιο καλά μορφωμένο, το οποίο μπορεί να αποτελέσει το βασικό εργαλείο μαζί με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας και το γεωφυσικό της πλούτο ως πηγή για περαιτέρω έσοδα, αλλά και πηγή για ανάπτυξη και ευημερία.


Φίλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εγώ σας καλώ όχι να υπερψηφίσετε το νομοσχέδιο, γιατί ξέρω ότι οι ιδεολογικές αγκυλώσεις θα σας εμποδίσουν, η στρεβλή λογική γύρω από τις ιδιωτικές επενδύσεις θα σας αποτρέψει. Εγώ θα σας προκαλέσω, όμως, να είστε μαζί στην υλοποίηση του, γιατί αυτό θα απαντήσει στην επενδυτική καχεξία της χώρας και θα απαντήσει η σωστή υλοποίησή του και στο μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας μας και αυτό είναι της μεγάλης, δυσθεώρητης και κοινωνικά απαράδεκτης ανεργίας.