Ο sir Austin Chamberlain Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών από το 1924 έως το 1929 ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στην Κινέζικη ευχή ή κατάρα «May you live in interesting times”. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς ζούμε σήμερα. Οι ζωές όλων μας έχουν δραματικά αλλάξει τα τελευταία χρόνια και η χώρα μας, η ήπειρος μας και η γειτονιά μας υφίστανται τεκτονικές αλλαγές.
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα περιβάλλον νέων και πολυδιάστατων προκλήσεων. Προκλήσεις που αφορούν τον ρόλο της ΕΕ και τη θέση της χώρας στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον που διαμορφώνεται, τις πολιτικές αλλαγές που συντελούνται σε χώρες της ευρύτερης περιοχής, της ενεργειακής μας πολιτικής, της Κυπριακής κρίσης και της επικείμενης Ελληνικής προεδρίας στην ΕΕ το 2014.
Η Ευρώπη, η οποία αποτελεί την κυρίαρχη στρατηγική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, βρίσκεται πράγματι σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η κρίση της Ευρωζώνης αποτελεί κομβικό σημείο για την περαιτέρω εξέλιξη της ενοποίησης. Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης ξεφτίζει, καθώς οι αποφάσεις διευρύνουν το χάσμα μεταξύ του Βορρά και του Νότου, ενώ πλέον δεν λαμβάνουν υπόψη της τον κύριο παράγοντα για το οποίο δημιουργήθηκε, κι αυτό είναι η ευημερία των λαών της.
Διατυπώνω αυτή την κριτική όχι γιατί δεν πιστεύω στην Ευρώπη και τους θεσμούς της αλλά για να διαπιστώσουμε τα λάθη και να συμβάλλουμε στη λύση τους. Έχω βαθιά πίστη στην Ευρωπαϊκή προοπτική, όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι οι θεσμοί της Ε.Ε έχουν σαφέστατα ευθύνη για την διόγκωση της κρίσης στην Ευρωζώνη. Βρεθήκαμε σε αχαρτογράφητα νερά, και, κυρίως, δίχως επαρκή μέσα και προϋποθέσεις, γιατί απουσιάζουν η ομοσπονδιακή δομή και μία υποστηρικτική κουλτούρα που θα επιτάχυναν τις εξελίξεις. Οι χώρες του βορρά και δη η Γερμανία, έχουν τις δικές τους ευθύνες για την κατάσταση και οι δικές τους πλεονεκτικές θέσεις δεν πρέπει να τις οδηγούν σε πρακτικές κηδεμονίας, αλλά στη θέση αρωγού και ισότιμου εταίρου, γιατί η επιτυχής αντιμετώπιση της κρίσης ευνοεί και τις ίδιες.
Πέρα, όμως, από την ΕΕ, χώρες με παραδοσιακές σχέσεις με την Ελλάδα υφίστανται τεκτονικές αλλαγές και ουσιαστικά αναθεωρούν τις προκλήσεις και τους στόχους ασφάλειας στην περιοχή μας. Η Ελλάδα διατηρεί ιστορικούς δεσμούς φιλίας, συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού με τους γείτονές της στη Β. Αφρική και τη Μέση Ανατολή, χώρες που, μετά από τα σημαντικά γεγονότα της "Αραβικής Άνοιξης", προχωρούν στη διεξαγωγή εκλογικών διαδικασιών και την οικοδόμηση δημοκρατικών θεσμών. Δεν σας κρύβω ότι ανησυχώ για την εξέλιξη αυτής της πορείας.
Έχω τονίσει, άλλωστε, η «Αραβική Άνοιξη» μετατρέπεται σε «Μουσουλμανικό Χειμώνα». Σε αυτή την διαδικασία της μετεξέλιξης τους, η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν χρέος να είναι παρούσες, στο πλευρό τους, καθώς οι χώρες αυτές οικοδομούν το μέλλον τους.
Στη Συρία εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ένα παρατεταμένο αιματηρό τέλμα που θέτει σε κίνδυνο το παρόν και το μέλλον του συριακού λαού και τη σταθερότητα της περιοχής μας. 29.000 θύματα, 250.000 πρόσφυγες, 2,5 εκατομμύρια Σύριοι πολίτες σε κατάσταση ανάγκης. Στην Αίγυπτο η πολιτική αστάθεια συνεχίζεται ενώ στην Λιβύη, η κατάσταση δεν μπορεί να θεωρείται σταθερή. Επιπλέον, ειρήνη και η ασφάλεια στην ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς μια δίκαιη, διαρκή και συνολική λύση του παλαιστινιακού ζητήματος, στη βάση της λύσης των δύο κρατών. Δυστυχώς κι εκεί υπάρχει μία παρατεταμένη στασιμότητα στις απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο μερών. Η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω διαπραγματεύσεων. Η λύση των δύο κρατών πρέπει να παραμείνει πρακτικά εφικτή.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη από το Ιράν προκλητική συμπεριφορά σε σχέση με το πυρηνικό του πρόγραμμα εντείνει τις πιέσεις στην περιοχή και την καθιστά για άλλη μια φορά εύφλεκτη. Οι επικείμενες Ιρανικές εκλογές θα σηματοδοτήσουν, αν θα βρεθεί μία αμοιβαία αποδεκτή λύση ή αν θα πυροδοτηθούν απρόβλεπτες εξελίξεις.
Στην Βαλκανική γειτονιά η χώρα μας πρέπει να συνεχίζει να εργάζεται για την εξομάλυνση των σχέσεων μας με τους γείτονες παράλληλα με την ενίσχυση της οικονομικής τους ανάπτυξης. Με την Αλβανία ήδη προχωρήσαμε στην πολύ σημαντική συμφωνία για τον TAP που μπορεί να μας ξαναβάλει στο παιχνίδι των αγωγών που δυστυχώς εγκαταλείφθηκε τα τελευταία χρόνια. Η γειτονιά μας πρέπει να συνεχίσει την ενταξιακή της πορεία στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς παρά το γεγονός ότι σήμερα η διεύρυνση της Ένωσης δεν φαίνεται να βρίσκεται στις προτεραιότητες της. Οφείλουμε με συνέπεια να δουλέψουμε για να δοθεί τέλος σε αλυτρωτικές αντιλήψεις και στις απόπειρες να ξαναγραφεί η ιστορία της περιοχής μας. Ο λαϊκισμός και ο εθνικισμός είναι το χειρότερο δυνατό μείγμα για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων και της σταθερότητας της περιοχής μας. Κάτι τέτοιο ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της ΠΓΔΜ για την οποία η Ελλάδα πιστεύει ότι η λύση έγκειται στην επίτευξη μιας δίκαιης συμφωνίας που θα περιλαμβάνει μία ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και αυτή η ονομασία να ισχύει έναντι όλων (erga omnes).
Με την Τουρκία η Ελλάδα επιδιώκει σταθερά πιο στενή συνεργασία, μέσω ενός ευρέος φάσματος πρωτοβουλιών. Η Ελλάδα συνεχίζει να υποστηρίζει την υποψηφιότητα της Τουρκίας για την ένταξή της ως πλήρους μέλους στην ευρωπαϊκή οικογένεια, υπό την προϋπόθεση βέβαια της τήρησης όλων των σχετικών κριτηρίων και της υλοποίησης των σχετικών μεταρρυθμίσεων και να βάλει τέλος σε συμπεριφορές όπως στη διαρκή απειλή του “casus belli” κατά της Ελλάδας. Παράλληλα η οικονομική συνεργασία των δύο χωρών μας πρέπει να εμβαθυνθεί.
Η πρόσφατη εξομάλυνση στις Τουρκο-Ισραηλινές σχέσεις δεν πρέπει να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για την συνέχιση της εποικοδομητικής συνεργασίας που έχουμε αναπτύξει με το Ισραήλ τα τελευταία χρόνια. Η σχέση αυτή είναι στρατηγικής σημασίας για τις δύο χώρες και πρέπει το καλό κλίμα που υπάρχει να φέρει επιτέλους σοβαρές συμφωνίες στο οικονομικό, στρατιωτικό και ενεργειακό τομέα.
Η Ελλάδα που προχωρά με γοργά βήματα επιτέλους στην αξιοποίηση του ενεργειακού της πλούτου έχει κάθε συμφέρον να διατηρεί την σταθερότητα στην περιοχή αποφεύγοντας την ανακίνηση της γεωπολιτικής ανασφάλειας.
Τέλος, είναι η στιγμή που πρέπει να συμπαρασταθούμε στην αδερφή μας Κύπρο. Η οικονομική κρίση καθιστά επείγουσα την βαθύτερη και ουσιαστικότερη συνεργασία σε όλα τα επίπεδα με την Κύπρο ώστε να επουλωθούν οι όποιες πληγές και να επαναβεβαιωθεί η στρατηγική μας σχέση. Οι φωνές που πρόσφατα ακούστηκαν για εγκατάλειψη της Κύπρου έχουν ήδη διαψευστεί από την γενναία συμμετοχή της χώρας μας στο πακέτο διάσωσης μέσα από την απορρόφηση των Κυπριακών Τραπεζών στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να στηρίξουμε με όλες τις δυνάμεις μας την απόφαση της Κύπρου να ασκήσει το κυριαρχικό της δικαίωμα, όσον αφορά την αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην αποκλειστική οικονομική της ζώνη.
Στις προτεραιότητες μας πρέπει να συνεχίσει να είναι το μεγάλο ζήτημα της αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης, το οποίο δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε από μόνοι μας. Η ενδυνάμωση της παρουσίας της Frontex αλλά και η ενεργοποίηση επιτέλους της Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής και η ενεργοποίηση της συμφωνίας επαναπροώθησης με την Τουρκία αποτελούν τις οδηγό σε αυτό το ζήτημα, που από ανθρωπιστικό, έχει μεταβληθεί σε ζήτημα ασφάλειας, όπως χρόνια επισημαίνουμε.
Κλείνοντας, θέλω να πω ότι η Ελλάδα πρέπει καταβάλλει σκληρές και επίπονες προσπάθειες και να χρησιμοποιήσει όσα μέσα κατέχει προκειμένου να εξέλθει από τη βαθιά οικονομική κρίση. Δεν πρέπει να τεθεί σε αμφισβήτηση ο σταθεροποιητικός ρόλος της χώρας στην περιοχή, καθώς τα ζωτικά μας εθνικά συμφέροντα ταυτίζονται με την προώθηση της ειρήνης, της σταθερότητας, της ευημερίας και της περιφερειακής ασφάλειας. Το πλεονέκτημά μας δεν είναι μόνο η γεωγραφική μας θέση, αλλά και η ισχυρή πολιτική μας θέληση να καταστούμε ακρογωνιαίος λίθος της σταθερότητας και της ασφάλειας σε μια εποχή όπου η αβεβαιότητα απειλεί επικίνδυνα την περιοχή μας.
Παρά την δύσκολη οικονομικά συγκυρία για την χώρα, η Ελληνική Προεδρία το 2014 αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία ανάκτησης του διεθνούς της κύρους. Για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, η Ελλάδα θα βρεθεί στη θέση να μην είναι ένας απλός και παθητικός αποδέκτης της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά και ένας από τους βασικούς συν-διαμορφωτές της. Η Ελληνική Προεδρία μας προσφέρει τη δυνατότητα να αναδείξουμε τα δικά μας θέματα και να φέρουμε στο τραπέζι των συζητήσεων τις δικές μας προτεραιότητες επάνω στα θεμελιώδη πεδία της οικονομίας και της ασφάλειας. Τα δύο αυτά πεδία, κατά την άποψη μου, είναι αλληλένδετα.
Σήμερα, το καυτό πρόβλημα της Ευρώπης, είναι το οικονομικό και είναι ξεκάθαρα τα θέματα που έχουν να κάνουν όχι μόνο με τον τραπεζικό τομέα και την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων αλλά και με την εξισορρόπηση της ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου. Γι αυτό και πρέπει να είναι ο στόχος πολύ σαφής.
Παραμένω αθεράπευτα αισιόδοξος. Είμαι βέβαιος ότι οι γεωπολιτικές αλλαγές που σήμερα μας φοβίζουν μπορούν να αποτελέσουν μία μεγάλη ευκαιρία για την χώρα. Αρκεί με ψυχραιμία, σχέδιο και σκληρή δουλειά να ανταποκριθούμε σε αυτές.