Κύριε υπουργέ, µε την ανάληψη των καθηκόντων σας και έχοντας γνώσεις και θέσεις πάνω στον βασικότερο πυλώνα της ελληνικής οικονοµίας, ποιες είναι οι προτεραιότητές σας;


Βασική προτεραιότητα είναι να δώσουµε άµεσα λύσεις σε µικρά ή σε µεγάλα προβλήµατα που χρονίζουν. Ξέρετε, δεν είναι µόνο οι µεγάλες τοµές στην πολιτική ενός υπουργείου, αλλά και πολλά µικρά θέµατα, που, όµως, διαµορφώνουν τη µεγάλη εικόνα.

Ανάµεσα στις προτεραιότητές µου είναι η απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών του υπουργείου έναντι του πολίτη, η σταθερότητα της ακτοπλοΐας, η µεγαλύτερη απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων, η ενίσχυση της ελληνικής σηµαίας, η µεγιστοποίηση των οφελών από την ποντοπόρο ναυτιλία και η δηµιουργία θέσεων εργασίας στον κλάδο. Για µένα, όµως, κορυφαία προτεραιότητα αποτελεί η αντιµετώπιση της λαθροµετανάστευσης. Η µετατόπιση των ροών της παράνοµης µετανάστευσης από τα σύνορα του Έβρου στα θαλάσσια σύνορα επιβάλλει να επιστήσουµε την προσοχή µας στο θαλάσσιοµέτωπο.

Οµως, κ. Βαρβιτσιώτη, τους τελευταίους µήνες υπάρχει ένα ακόµηθέµααιχµής και αφορά τον θαλάσσιο τουρισµό. Πότε πιστεύετε ότι είναι εφικτό να ψηφιστεί το νοµοσχέδιο για την ανάπτυξη ενός κλάδου που θα αυξήσει σηµαντικά τα έσοδα του κράτους;

Βρισκόµαστε στο στάδιο της διαβούλευσης µε τα υπουργεία Τουρισµού και Οικονοµικών καθώς και τους ενδιαφερόµενους φορείς. Το κρίσιµο στοιχείο είναι ότι το νέο νοµοσχέδιο πρέπει να περιλαµβάνει αλλαγές που θα απλουστεύουν τις διαδικασίες έναντι της γραφειοκρατίας και θα έχει αναπτυξιακό χαρακτήρα, που θα απαντά µε σαφήνεια στις προκλήσεις του θαλάσσιου τουρισµού. Η πολιτική για τα σκάφη αναψυχής είναι θέµα γενικότερης κυβερνητικής απόφασης. Σήµερα, τα νούµερα δείχνουν πόσο πίσω έχουµε µείνει. Οταν η Ελλάδα φιλοξενεί µόλις 17.000 σκάφη και η Ιταλία 170.000, σηµαίνει ότι η χώρα δεν θεωρείται φιλόξενη, ότι η σηµαία δεν είναι ανταγωνιστική. Όποιος γνωρίζει τα στοιχεία του διεθνούς ανταγωνισµού καταλαβαίνει ότι δεν µπορούµε να θεσπίζουµε µέτρα «τιµωρητικού» χαρακτήρα. Το µόνο που επιτυγχάνουµε είναι να διώχνουµε τα σκάφη από την Ελλάδα και να χάνουµε έσοδα. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει να θεσπίσουµε επιπλέον κίνητρα στους ιδιοκτήτες να χρησιµοποιούν την ελληνική σηµαία.

Ας περάσουµε στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις. Μετά την αποχώρηση της ∆ΗΜ.ΑΡ. από την κυβέρνηση, ποιο πιστεύετε ότι θα είναι το µέλλον της συγκυβέρνησης Ν.∆. - ΠΑΣΟΚ;

∆ιαφωνώ µε τον όρο «απλή συγκυβέρνηση». Πρόκειται για ένα εθνικό σχήµα, όπου συµµετέχουν οι δύο παραδοσιακές πολιτικές δυνάµεις του τόπου µας µε έναν κύριο σκοπό: Να επαναφέρουν την πατρίδα σε τροχιά ανάκαµψης και να την οδηγήσουν ξανά έξω από τα Μνηµόνια. Ο µόνος τρόπος να απαλλαγούµε από τις δανειοδοτήσεις των Μνηµονίων είναι να πετύχει αυτή η κυβέρνηση. Και συµπληρώνω: Υπάρχει Έλληνας που θέλει να αποτύχει αυτή η κυβέρνηση; Μέχρι την επίτευξη του στόχου µας, θα αντιµετωπίσουµε κι άλλες δυσκολίες, θα λάβουµε κρίσιµες αποφάσεις, όµως δεν υπάρχουν «εύκολοι δρόµοι».

Οι «εύκολοι δρόµοι» θα βάλουν σε κίνδυνο τις θυσίες του κόσµου. Είναι λοιπόν εθνικό χρέος απέναντι σε αυτόν τον κόσµο, και ιδίως απέναντι στα νέα παιδιά, που βλέπουν το µέλλον τους µε ανασφάλεια, να παραµερίσουµε τις ιδεολογικές διαφορές και να εργαστούµε για έναν κοινό σκοπό, που είναι η έξοδος από την κρίση και τα Μνηµόνια.

Υπάρχει το ζήτηµα αιχµής για την κυβέρνηση, αυτό των δηµοσίων υπαλλήλων. Είσαστε υπέρ των απολύσεων στον δηµόσιο τοµέα;

Οι απολύσεις δεν αφορούν νούµερα, αλλά ανθρώπους. Μην το ξεχνάµε ποτέ αυτό. Καλούµαστε όµως να αποφασίσουµε σε κρίσιµες συνθήκες, διότι εδώ και τέσσερα χρόνια, που µπήκε η οικονοµία σε ύφεση, δεν καταφέραµε να αναδιαρθρώσουµε και δεν τολµήσαµε τις αναγκαίες µεταρρυθµίσεις στη λειτουργία του ∆ηµοσίου, µε συνέπεια να παραµένει άθικτο ένα κράτος που δεν προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες στον πολίτη. Την ίδια ώρα, ο ιδιωτικός τοµέας απέλυε εργαζόµενους, χωρίς πολλές φορές να τους εξασφαλίζει καν την αποζηµίωσή τους.

Πρέπει, λοιπόν, να σταµατήσει αυτή η άνιση αντιµετώπιση των εργαζόµενων. Οργανισµοί και φορείς που ουσιαστικά δεν έχουν νόηµα ύπαρξης δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να συντηρούνται και να παρασιτούν εις βάρος του υπόλοιπου κοινωνικού συνόλου. ∆εν καταλαβαίνω, επίσης, γιατί υπάρχουν ακόµη και σήµερα επίορκοι υπάλληλοι, µε βαριές κατηγορίες εις βάρος τους, που εργάζονται στο ∆ηµόσιο. Αυτά είναι αυτονόητα και έπρεπε να είχαν γίνει «χθες»! Πιστεύω λοιπόν ότι πρέπει να προχωρήσει η αξιολόγηση των εργαζοµένων, µε βάρος στα τυπικά προσόντα, τις δεξιότητές τους, τους τρόπους πρόσληψης, και να γίνουν απολύσεις µε αυτά τα κριτήρια, όπου είναι αναγκαίο.

Τον τελευταίο καιρό και ενόψει των γερµανικών εκλογών, έχει τεθεί το ζήτηµα για νέο «κούρεµα» του ελληνικού χρέους. Σας ρωτώ ευθέως: Αν σας ζητηθεί να συνδυαστεί µε επιπλέον µέτρα, πιστεύετε ότι αντέχει άλλα η κοινωνία;

Καµία κυβέρνηση δεν επιθυµεί να παίρνει επώδυνα µέτρα. Μην ξεχνάτε, παράλληλα, ότι στην προγραµµατικήσυµφωνία που υπέγραψαν τα δύο κόµµατα που τη συναποτελούν περιλαµβάνεται ρητά η προσπάθεια για την αποφυγή επιπλέον µέτρων. Γι’ αυτό τον λόγο γίνεται µε τους Ευρωπαίους εταίρους µας µια σκληρή και διαρκής διαπραγµάτευση. Πρέπει να παραδεχτούµε ότι µέχριστιγµής τα βάρη της κρίσης δεν έχουν κατανεµηθεί ισοµερώς. Υπάρχει ένας ιδιωτικός τοµέας που έχει καταγράψει πάνω από 1.500.000 ανέργους, υπάρχουν οι µισθωτοί και οι συνταξιούχοι που καλούνται διαρκώς να βάζουν το χέρι στην τσέπη και υπάρχει και ένα ∆ηµόσιο το οποίο, παρά τις περικοπές, αποτελούσε µέχρισήµερα «ιερή αγελάδα». Παράλληλα, υπάρχουν και σήµερακρούσµατα φοροδιαφυγής που δεν έχουν αντιµετωπιστείαποτελεσµατικά. Νοµίζω ότι η κοινωνία αυτό ακριβώς δεν αντέχει: την επιλεκτική µεταχείριση και την έλλειψη δικαιοσύνης στην κατανοµή των βαρών.