«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ο επόμενος Προϋπολογισμός δεν θα είναι ένας Προϋπολογισμός σχημάτων τα οποία υπόσχονται τα πάντα σε όλους χωρίς να έχουν βρει από πού θα χρηματοδοτήσουν τα προγράμματά τους, ούτε ένας Προϋπολογισμός ο οποίος θα ενσωματώνει όλες μα όλες τις κοινωνικές απαιτήσεις, αλλά θα βουλιάξει τη χώρα σε ένα περιβάλλον αστάθειας.

Θα είναι ένας Προϋπολογισμός που θα συνεχίσει να επιβάλλει στη χώρα αυτό που έχει επιβληθεί και αυτό που έχει επιβληθεί και επιβάλλεται με αυτό τον Προϋπολογισμό, μετά από πάρα πολλά χρόνια ύφεσης, είναι επιτέλους μια αναπτυξιακή πορεία.

Έχουμε βάλει, επιτέλους, πάτο στο βαρέλι. Ξέρουμε πού φτάσαμε και ξέρουμε ότι ένα δρόμο έχουμε να ακολουθήσουμε. Και αυτός είναι ένας δρόμος συντεταγμένης ανάπτυξης, μέσα στα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα στα όρια μιας δημοσιονομικής σταθερότητας και προσαρμογής.

Γιατί αλίμονο αν γυρνούσαμε στην εποχή του «ναι» σε όλα, των μεγάλων «θα», των μεγάλων υποσχέσεων, των μεγάλων παροχών, που ουσιαστικά οδήγησαν τη δικιά μας τη γενιά σε αυτή την κατάσταση. Αλίμονο αν επιστρέψουμε στην εποχή της άκρατης υποσχεσιολογίας και της άκρατης παροχολογίας.

Γιατί αν έχουμε καταφέρει σήμερα να συζητάμε σε συνθήκες σταθερότητας σε αυτή τη χώρα, το καταφέραμε γιατί τον Ιούνιο του 2012 ο ελληνικός λαός αποφάσισε δύο πράγματα: Αποφάσισε πρώτα απ’ όλα ότι η χώρα θα μείνει με όρους σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έδωσε εντολή στις φιλοευρωπαϊκές, πραγματικά, δυνάμεις να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Θα ήθελα να ήταν πολλοί από εσάς προχθές στις Βρυξέλες, όταν παρουσιάζαμε το πλαίσιο της ελληνικής Προεδρίας, για να ακούσετε με τα ίδια σας τα αφτιά, από τους Επιτρόπους που διαχειρίστηκαν την Ελληνική κρίση, την αγωνία που υπήρχε σε ευρωπαϊκό κεντρικό επίπεδο για την αντιμετώπιση της πολιτικής κατάρρευσης της Ελλάδος και τις οικονομικές συνέπειες που θα σήμαινε αυτό για όλη την Ευρώπη. Αν κάποιοι νομίζετε ότι αυτό είναι ένα στοιχείο εκβιασμού, κάνετε πολύ μεγάλο λάθος. Θα μας οδηγούσε, όχι μόνο οριστικά σε συνθήκες άκρατης φτώχειας, αλλά θα έμπλεκε και όλη την υπόλοιπη Ευρώπη σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας.

Σήμερα, δεν είναι προτεραιότητά μας η δικαίωση των συντροφικών σας αγώνων, αλλά είναι προτεραιότητά μας να θέσουμε υγιείς βάσεις σε μία αναπτυξιακή τροχιά. Να προσελκύσουμε επενδύσεις, όχι να τις διώξουμε. Να αξιοποιήσουμε την περιουσία μας, όχι να καθόμαστε να την κοιτάμε. Να κάνουμε το κράτος πιο αποτελεσματικό, όχι πιο μεγάλο. Αυτές είναι οι προτεραιότητές μας και προσπαθούμε να τις πετύχουμε μέσα σε ένα πάρα πολύ στυγνό και πολύ στενό οικονομικό περιβάλλον.

Έχουμε καταφέρει πάρα πολλά πράγματα σε αυτή την κατεύθυνση, τα οποία, όμως διαρκώς επιχαίρετε να τορπιλίζετε. Γιατί δεν υπάρχει μία περίπτωση που τόλμησε αυτή η Κυβέρνηση να αξιοποιήσει «κοιμώμενη» περιουσία του ελληνικού λαού που να μην έχουμε δει τους Βουλευτές και τα στελέχη της αντιπολίτευσης και ειδικά του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι και να πιάνονται στα χέρια, για να μην αξιοποιηθεί κανένα στοιχείο της ελληνικής περιουσίας.                    

Μας λέγατε: «Θα τα σκίσουμε τα μνημόνια, θα τα καταγγείλουμε, θα τα ξεφτιλίσουμε, θα τα κάνουμε, θα τα ράνουμε» και τώρα έχετε προσχωρήσει στις παλιές λογικές του «λεφτά υπάρχουν», «θα τα βρούμε», «θα βρούμε από αυτά που μας χρωστάνε». Και όταν, βέβαια, πάει το κράτος να εισπράξει από αυτούς που του χρωστάνε λέτε: «Μα, κυνηγάτε τον κόσμο γιατί χρωστάει που δεν μπορεί να πληρώσει;» Αυτό είναι το μέγεθος της παράνοιας της κριτικής που σήμερα βιώνει αυτή η Κυβέρνηση.

Εμείς δεν ωραιοποιούμε καταστάσεις, ούτε είπαμε ότι εν μέσω αυτής της κρίσης γέμισαν τα πορτοφόλια των συνανθρώπων μας. Ξέρουμε πάρα πολύ καλά και αισθανόμαστε πάρα πολύ το βάρος του τι σημαίνει οικονομική κρίση σε κάθε νοικοκυριό, του τι σημαίνει οικονομική δυσπραγία, του τι σημαίνει μεγάλος δείκτης ανεργίας για τους νέους ανθρώπους.

Αλλά είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζουμε έναν Προϋπολογισμό που δείχνει ότι κατ’ αρχάς τα έξοδα του κράτους δεν θα αυξηθούν, μπαίνει επιτέλους ένα τέλος σε αυτήν την αύξηση της ανεργίας και βέβαια προσπαθούμε -και οφείλουμε να προσπαθήσουμε ακόμα περισσότερο- να επιφέρουμε αυτό που λέγεται «φορολογική δικαιοσύνη». Γιατί είναι τρελό το 8% των νοικοκυριών, μισθωτοί και συνταξιούχοι, να πληρώνει το 70% των φόρων. Και γι’ αυτό πρέπει να επέλθει φορολογική δικαιοσύνη. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει να κυνηγήσουμε όλη την ιδιοκτησία, αλλά να αντιμετωπίσουμε επιτέλους τη φοροδιαφυγή.

Και σημαίνει και κάτι ακόμα που πρέπει να το καταλάβουμε όλοι οι Έλληνες: Πρέπει να καταδικάσουμε  κοινωνικά τη φοροδιαφυγή. Κοινή συνείδηση θα πρέπει να είναι η καταδίκη του φοροφυγά από την ίδια την κοινωνία και όχι μόνο από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους. Τότε πραγματικά θα δούμε τη φορολογική δικαιοσύνη να παίρνει σάρκα και οστά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τα λέω αυτά γιατί άκουσα πριν τον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ να λέει μία από τα ίδια, μία αέναη κριτική χωρίς καμία πρόταση. Και εδώ ερχόμαστε και στεκόμαστε μπροστά σας και απολογιστικά για το έργο το οποίο έχει γίνει αλλά και με σαφείς στόχους για την επόμενη χρονιά.

Επειδή πιστεύω ότι η χώρα έχει μπει στη σωστή τη ρότα –και μιλάω με ναυτιλιακούς όρους- θα σας πω για το πώς μπορεί η ναυτιλία να αποτελέσει και σήμερα το καταφύγιο της χώρας –όπως πάντοτε το αποτελούσε- και να δώσει το έναυσμα της ανάπτυξης. Τι καταφέραμε το τελευταίο διάστημα και τι σκοπεύουμε να κάνουμε;

Το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να αναμορφώσουμε τις λειτουργίες του Υπουργείου Ναυτιλίας, να κοστίζουν λιγότερο, να εξοικονομήσουμε δαπάνες, αλλά να είναι και πιο αποτελεσματικές. Ήδη, για πρώτη φορά εντασσόμαστε σε ευρωπαϊκά προγράμματα, κωδικοποιούμε όλη τη νομοθεσία σε σχέση με τη λειτουργία του Υπουργείου και έχουμε ένα νέο σύγχρονο Οργανισμό, που μας περιορίζει από αχρείαστα κόστη. Και πάλι γίναμε αντικείμενο κριτικής.

Θα σας πω ένα παράδειγμα: Είχαμε δύο Διευθύνσεις να κάνουν ακριβώς την ίδια δουλειά, δηλαδή να δίνουν επιδοτήσεις στις γραμμές του Αιγαίου, μία στη Μυτιλήνη και μία στον Πειραιά. Και την κάναμε μία Διεύθυνση, ώστε να κάνει αυτή τη δουλειά. Γίναμε πάλι αντικείμενο κριτικής, γιατί κάναμε έναν απλό εξορθολογισμό.

Παράλληλα το ίδιο κάνουμε και στο Λιμενικό Σώμα. Αναδιαρθρώνουμε τις υπηρεσίες του σε σχέση με την πολυδιάστατη λειτουργία του, σε σχέση με την ανάγκη για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης, σε σχέση με τις ανάγκες για την εξυπηρέτηση της ναυτιλίας. Και πάλι γινόμαστε αντικείμενο κριτικής, γιατί κλείνουμε Λιμεναρχεία που βρίσκονται σε απόσταση επτά χιλιομέτρων το ένα από το άλλο. Και πάλι γινόμαστε αντικείμενο σφοδρών τοπικών επιθέσεων γιατί θεωρούμε ότι στο πλαίσιο ενός νομού δεν μπορούν να λειτουργούν δύο λιμεναρχεία, θα πρέπει να λειτουργεί ένα και ένας να είναι ο υπεύθυνος λιμενάρχης. Όχι δύο λιμενάρχες σε κάθε νομό και τα υπόλοιπα να γίνουν τμήματα του κεντρικού λιμεναρχείου του κάθε νομού.

Αυτά τα απλά δυστυχώς δεν τα δέχεται η αντιπολιτευτική λογική. Μειώσαμε τα προξενικά λιμεναρχεία, εξοικονομώντας δαπάνες. Καταργήσαμε γραφειοκρατικές διατάξεις άλλης εποχής, όπως, παραδείγματος χάριν, τις ερασιτεχνικές άδειες αλιείας, και έχουμε στόχο, μέσα από τη μείωση της γραφειοκρατίας, χωρίς ούτε μία πρόσληψη, να έχουμε επτακόσιους, περίπου, περισσότερους διαθέσιμους λιμενοφύλακες για να κάνουν ελέγχους. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει 10% αύξηση του δυναμικού μας.

Παράλληλα, αξιοποιούμε, όπως σας είπα πριν τη δημόσια περιουσία γύρω από τα λιμάνια. Τα λιμάνια δεν είναι μόνο πόλοι εξυπηρέτησης της τοπικής κοινωνίας. Τα λιμάνια μας και αυτή η δημόσια περιουσία πρέπει πάνω απ’ όλα να μεταβληθούν σε μεγάλα διαμετακομιστικά κέντρα που θα εξυπηρετούν όλη την Ευρώπη.

Φέραμε το τρένο, μετά από δεκαετίες ολόκληρες, στο λιμάνι του Πειραιά για να μπορέσει να υπάρχει διασύνδεση και να αξιοποιηθεί η μεγάλη αύξηση στην κίνηση του Πειραιά σε σχέση με την εξυπηρέτηση της Κεντρικής Ευρώπης.

Το ίδιο κάνουμε στην Αλεξανδρούπολη. Υλοποιούμε μία τεράστια επένδυση. Είναι η μόνη μεγάλη ξένη επένδυση που γίνεται στην εποχή της κρίσης. Είναι η επέκταση της σύμβασης που έχουμε με την COSCOστο λιμάνι του Πειραιά. Και εκεί έχουμε γίνει αντικείμενο κριτικής, γιατί δημιουργούμε θέσεις εργασίας, γιατί παραχωρούμε νερό και παίρνουμε προβλήτα, γιατί πολλαπλασιάζουμε τη μεταφορική ικανότητα, γιατί δίνουμε δυνατότητες και υποδομές στο λιμάνι του Πειραιά, ώστε να γίνει το μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου τα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια.

 Και αντί να δεχόμαστε την υποστήριξη από το εσωτερικό μέτωπο απέναντι σε όλους στην Ευρώπη, όλα τα ανταγωνιστικά λιμάνια, που δεν βλέπουν με καλό μάτι αυτήν την ισχυροποίηση του Πειραιά, δυστυχώς δεχόμαστε και την εσωτερική κριτική.

Τέλος, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, προχωρούμε και σε άλλες τομές, που έχουν να κάνουν με τα σκάφη αναψυχής, την ανάπτυξη του yachtingστη χώρα, την αξιοποίηση των λιμενικών υποδομών και τη διευκόλυνση των λιμενικών έργων. Στο αμέσως επόμενο διάστημα όλες αυτές οι πρωτοβουλίες θα έλθουν στη Βουλή.

Κλείνοντας, όμως, καθώς σήμερα είναι του Αγίου Νικολάου, ημέρα γιορτής για τους ναυτικούς, θα ήθελα να πω -πέρα από τις ευχές μου προς όλους όσοι γιορτάζουν- ότι δεν υπάρχει ελληνική ναυτιλία χωρίς να υπάρχουν Έλληνες ναυτικοί.

 Εμείς δεν θέλουμε τον Έλληνα ναυτικό να διατηρεί τη θέση εργασίας του μέσα από παλιές προστατευτικές διατάξεις, γιατί όλες αυτές οι παλιές προστατευτικές διατάξεις μάς έκαναν τριάντα χρόνια από εκατόν επτά χιλιάδες ναυτικούς να έχουμε πέσει στους δεκαεπτά χιλιάδες ναυτικούς.

Θέλουμε αυτά τα νέα παιδιά που έρχονται σήμερα στις ακαδημίες του Εμπορικού Ναυτικού, αποφοίτους του «δεκαεπτά» και του «δεκαοκτώ», απολυτήρια πρωτόγνωρα για τις ακαδημίες του Εμπορικού Ναυτικού να γίνουν αύριο τα άξια στελέχη και στο γραφείο και στο πλοίο, να γίνουν η επόμενη γενιά των Ελλήνων πλοιοκτητών. Γι’ αυτό θα τους δώσουμε και τα εφόδια, αλλά θα τους δώσουμε και τη δυνατότητα να βγουν να ανταγωνιστούν και μέσα από τον υγιή ανταγωνισμό η ελληνική ναυτιλία που σε διεθνές επίπεδο ανταγωνίζεται ξέρει πάντα να κερδίζει. Και κερδίζει γιατί έχει Έλληνα στα καράβια, Έλληνα στα γραφεία.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ζητάμε την ψήφιση του Προϋπολογισμού γιατί πραγματικά θα δώσει στη χώρα αυτό το αναπτυξιακό έναυσμα που χρειάζεται.

Σας ευχαριστώ πολύ.»