«Σκοπός της εξωτερικής πολιτικής δεν είναι να εκφράζει τα συναισθήματα ελπίδας ή θυμού μας, είναι να διαμορφώνει πραγματικά γεγονότα σε έναν πραγματικό κόσμο», είπε πριν χρόνια ο John Kennedy. Εξετάζοντας την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες, προφανώς θα δικαιωνόταν.

Η εξωτερική μας πολιτική αυτό το διάστημα δεν είναι μόνο εξωστρεφής, ενεργητική, στιβαρή. Με αυτοπεποίθηση και δυναμισμό- με πρώτο και κύριο τον Πρωθυπουργό, που συνδιαλέγεται με όλους και αρθρώνει τη φωνή της Ελλάδας σε όλα τα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα. Παράγει επίσης απτά αποτελέσματα. Οι διπλωματικές κινήσεις των προηγούμενων μηνών είναι κρίκοι μιας ενιαίας αλυσίδας, ενός σοβαρού εθνικού σχεδιασμού, που κατοχυρώνει τα εθνικά δικαιώματα.  Για πρώτη φορά από το 1947, μεγαλώσαμε την Ελλάδα, επεκτείνοντας την επικράτειά της κατά 10%  στο Ιόνιο. Οριοθετήσαμε ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, ενώ συζητάμε και με την Αλβανία για υπογραφή συνυποσχετικού. Ισχυροποιήσαμε τη θέση μας στην Ευρωμεσογειακή Ομάδα Med7. Εμβαθύναμε τα πολυμερή σχήματα στην Ανατολική Μεσόγειο. Δημιουργήσαμε έναν άξονα ασφαλείας με κράτη του αραβικού κόσμου. Επεκτείναμε τη στρατηγική μας συνεργασία με παραδοσιακούς συμμάχους (ΗΠΑ, Γαλλία). Και, φυσικά, ενισχύσαμε την αποτρεπτική μας ισχύ, εξοπλίζοντας τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Παράλληλα, αλλάξαμε την εικόνα της Ελλάδας στη μεγάλη μας οικογένεια, την Ευρώπη. Δεν είμαστε πλέον ο παρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είμαστε η χώρα που προασπίζει αποτελεσματικά τα σύνορα της Ευρώπης, που με την εμπειρία της μπορεί να υποστηρίξει  τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων στην ενταξιακή τους πορεία, υλοποιώντας την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης του 2003, που καταθέτει δημιουργικές προτάσεις (Ταμείο Ανάκαμψης, πιστοποιητικό εμβολιασμού, “διπλωματία του εμβολίου”), που προασπίζει τη Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα σε καιρό πανδημίας, όπως διακήρυξε  ασκώντας την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συνολικά, η Ελλάδα αποδεικνύει διεθνώς ότι είναι μια χώρα, που πιστεύει στην ισχύ της διπλωματίας και του Διεθνούς Δικαίου. Που μπορεί να λύνει τις διαφορές με τους γείτονές της ειρηνικά. Που εξάγει ασφάλεια και εγγυάται την σταθερότητα.

Κι αυτό τον σταθεροποιητικό της ρόλο αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο ο διεθνής παράγοντας, αντιλαμβανόμενος παράλληλα ότι η αναθεωρητική μεταστροφή της Τουρκίας την καθιστά απρόβλεπτη για την ασφάλεια της περιοχής.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση στα Συμβούλια του Οκτωβρίου και του Δεκεμβρίου της υπέδειξε καθαρά δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι αυτός της μονομέρειας, της αδιαλλαξίας και της πολεμικής ρητορικής του 19ου αιώνα. Αυτός που την έφερε ως τώρα μπροστά σε απομόνωση, αδιέξοδο και αμερικανικές κυρώσεις. Ο δεύτερος είναι ο δρόμος της διεθνούς συνεργασίας, της συνεννόησης, της διπλωματίας.

Τόσο η τουρκική ηγεσία όσο και ο τουρκικός λαός γνωρίζουν καλά ότι τα πολιτικά και οικονομικά οφέλη για την Τουρκία είναι περισσότερα, αν βαδίσει τον δεύτερο δρόμο. Αν μείνει κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κοντά στη Δύση. Όχι μόνο για να αποφύγει τις κυρώσεις. Στο κάτω-κάτω, αυτές είναι το ultimum refugium. Η διπλωματία μπορεί να πετύχει πολλά περισσότερα, πολύ νωρίτερα.

Αλλά για να μπορεί να ελπίζει σε μια γόνιμη και πολυδιάστατη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μέλη της. Ένα νέο καθεστώς συνεργασίας πολιτικής, τελωνειακής, εμπορικής, ενεργειακής, μεταναστευτικής, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ασφάλειας.

Από την πλευρά της, η Ευρώπη έχει στρατηγικό συμφέρον να αναπτύξει μια τέτοια συνεργατική σχέση μαζί της και, γι' αυτό, ήδη άνοιξε θεσμικά τη διαδικασία αξιολόγησης, ζητώντας από τον Ύπατο Εκπρόσωπο να παρουσιάσει τον Μάρτιο σχετική έκθεση και προτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η νέα ευρω-τουρκική σχέση θα περνάει μέσα από την Ελλάδα. Την θεσμικά ώριμη Ελλάδα, που, μετά από 40 χρόνια συμμετοχής στον Οργανισμό, βρίσκεται πια στον πυρήνα της Ένωσης και μπορεί να συν-διαμορφώσει τις εξελίξεις. Την Ελλάδα, που εδώ και μήνες αξιοποιεί το- ευνοϊκό για την επίλυση των διαφορών- ευρωπαϊκό πλαίσιο, για να διευθετήσει διαφορές στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.

Το ίδιο επιδιώκουμε και για την Τουρκία. Μια μακροπρόθεσμη, βιώσιμη συνεννόηση σε διμερές και ευρωπαϊκό πλαίσιο. Δε θέλουμε την αποκοπή της από τη Δύση, θέλουμε γείτονες που μιλάνε τη γλώσσα του διαλόγου.

Η απόσυρση του Oruc Reis ήταν ένα πρώτο θετικό βήμα, το ίδιο και η προσέλευση στο τραπέζι των διερευνητικών επαφών. Μένει η Τουρκία να δείξει συνέπεια, καλή πίστη και σεβασμό στις πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου ως sine qua non. Να πείσει με έργα ότι θέλει να χτίσει μια θετική ατζέντα με την Ευρώπη, χτίζοντας, πρώτα απ' όλα, σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα.

Απτές πράξεις χρειάζονται. Όχι κενές υποσχέσεις και τυχοδιωκτικοί βερμπαλισμοί.