Δύο χρόνια μετά τις εκλογές του 2019 και ενάμιση μετά το ξέσπασμα της πρωτόγνωρης πανδημίας που δοκίμασε τις αντοχές μας, η Ελλάδα της μετα-covid εποχής έχει μεταμορφωθεί σε σχέση με τη χώρα που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρέλαβε στις 7 Ιουλίου. Πέρα από όσα σημαντικά έχουν επιτευχθεί στο εσωτερικό, η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει εντυπωσιακά και την εικόνα της στο εξωτερικό. Δεν είναι πια μια χώρα αδρανής στην εξωτερική της πολιτική, αλλά μια χώρα που διεκδικεί τη θέση της στο διεθνές σύστημα με εξωστρέφεια, αυτοπεποίθηση και ενεργητικότητα.

Ξεκινώντας από την ευρωπαϊκή μας οικογένεια, τα θέματα της οποίας έχω την τιμή να διαχειρίζομαι, αυτό που προσλαμβάνουμε πλέον στις Βρυξέλλες είναι μια σαφής μετατόπιση. Είμαστε πλέον ένα ισότιμο μέλος, που συνδιαμορφώνει τις ενωσιακές πολιτικές. Συντονιστήκαμε αποτελεσματικά με τους άλλους εταίρους μας στα θέματα εμπορίου, μεταφορών, προμήθειας υγειονομικού υλικού και εμβολίων, ενώ ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πρωτοστάτησε για να περάσουν καινοτόμες προτάσεις, όπως το Ψηφιακό Πιστοποιητικό και, φυσικά, το Ταμείο Ανάκαμψης. Για να γίνει αυτό το κορυφαίο βήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δώσαμε μαζί για μήνες δύσκολες μάχες στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια, με αποκορύφωμα την 5μερη διαπραγμάτευση πέρυσι τον Ιούλιο. Στο τέλος, όμως, γυρίσαμε στην Ελλάδα με 72 δις, ποσό μεγαλύτερο από κάθε άλλη χώρα. Ένα αληθινό υπερόπλο, που θα πέσει στην πραγματική οικονομία για να πετύχουμε την Πράσινη Ανάπτυξη, την Ψηφιακή Μετάβαση και την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας.

Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, καταφέραμε και κάτι ακόμη σπουδαίο στην εξωτερική μας πολιτική: μετατρέψαμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ευρωτουρκικές. Αν δεν είχαμε κινητοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση με συστηματική δουλειά και μεθοδικά επιχειρήματα, αν δεν είχαμε καταφέρει το λήμμα «Τουρκία» να συμπεριλαμβάνεται ξανά και ξανά στην ημερήσια διάταξη των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων και δεν αξιώναμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, σήμερα πιθανότατα η Τουρκία δε θα είχε επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Κι αυτή είναι μια σπουδαία κατάκτηση της κυβέρνησής μας.

Αναπλαισιώσαμε ακόμη την εικόνα της Ελλάδας στον ιδιαίτερα σημαντικό τομέα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας. Ασκώντας επιτυχημένα -κατά κοινή ευρωπαϊκή παραδοχή- την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρώπης το δεύτερο εξάμηνο του 2020, θίξαμε ζητήματα αιχμής και αφήσαμε σημαντικές παρακαταθήκες στην ιστορία του θεσμού, όπως η Διακήρυξη των Αθηνών και το Ινστιτούτο για τη Μελέτη της Ιστορίας. Το ίδιο φιλοδοξούμε να κάνουμε και με τη Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης, ένα εγχείρημα που ξεκινάμε φέτος και με το οποίο θέλουμε να δώσουμε φωνή ιδίως στη Νέα Γενιά να μας πει πώς ονειρεύεται την Ευρώπη του αύριο.

Παράλληλα, παρά τις πολλαπλές κρίσεις (υγειονομική, εθνική, οικονομική), η Ελλάδα βρίσκεται σαφώς ενδυναμωμένη στη διεθνή σκηνή. Εξάγουμε ασφάλεια. Χτίζουμε ευρείες συμμαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο, συμμετέχουμε σε όλα τα πολυμερή σχήματα, ισχυροποιούμε τη θέση μας στην Ευρωμεσογειακή Ομάδα των EUMED, την Προεδρία της οποίας ασκούμε φέτος και ήδη είχα την τιμή να υποδεχτώ στην Αθήνα τους ομολόγους μου, για να εκδώσουμε Κοινή Διακήρυξη για σημαντικότερα θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Αναλαμβάνουμε επίσης ενεργό ρόλο για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρώπη και για την ανάδειξη του ρόλου μας στη σταθερότητα της περιοχής.

Την υπόσχεση που δώσαμε πριν δύο χρόνια ότι «Ενωμένοι Μπορούμε» να κάνουμε την Ελλάδα καλύτερη, τολμούμε να πούμε ότι την έχουμε ήδη υλοποιήσει. Φέτος, αυτή τη χρονιά των υψηλών συμβολισμών που γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση και 40 από την ένταξη στην ΕΕ, βγαίνοντας από την πανδημία και στοχεύοντας στην Ανάκαμψη, είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε το ουσιαστικό άλμα προς τα μπροστά. Έχουμε και το όραμα και τη βούληση και τα εργαλεία. Ενωμένοι, λοιπόν, συνεχίζουμε.